Connect with us

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Υποκλοπές: Νέα πυρά από Κεσσέ σε Πλεύρη για παραλείψεις και κενά στο κυβερνητικό στρατόπεδο»

Published

on

Σε τροχιά νέας πολιτικής και θεσμικής έντασης επανέρχεται η υπόθεση των υποκλοπών, μετά την αιχμηρή δημόσια παρέμβαση του δικηγόρου Ζαχαρίας Κεσσές, ο οποίος στρέφεται ευθέως κατά του υπουργού Θάνος Πλεύρης, κατηγορώντας τον για ανακριβείς και αντιφατικές τοποθετήσεις γύρω από την υπόθεση του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator.


Η παρέμβαση Κεσσέ δεν περιορίζεται σε πολιτική κριτική, αλλά αποκτά σαφή νομική στόχευση, καθώς αποδομεί μία προς μία τις δημόσιες δηλώσεις του υπουργού. Στο επίκεντρο τίθεται η καθυστερημένη παραδοχή της προσωπικής σχέσης με τον επιχειρηματία Ιωάννης Λαβράνος, η οποία –όπως υποστηρίζεται– είχε αρχικά αποκρυφθεί, αλλά και η επιλογή να μην κινηθούν άμεσα οι προβλεπόμενες διαδικασίες ενώπιον των αρχών, παρά την ομολογία περί παγίδευσης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στην άρνηση προσκόμισης του επίμαχου κινητού τηλεφώνου, το οποίο, σύμφωνα με τη νομική επιχειρηματολογία, συνιστά κρίσιμο αποδεικτικό μέσο. Η στάση αυτή ερμηνεύεται ως υπονόμευση της διερεύνησης της υπόθεσης, εγείροντας ερωτήματα όχι μόνο για την προσωπική ευθύνη αλλά και για την ευρύτερη θεσμική λειτουργία.


Στο ίδιο πλαίσιο, ο Κεσσές καταλογίζει στον υπουργό επιλεκτική επίκληση δικαιωμάτων, σημειώνοντας ότι η μη υποβολή έγκλησης για κατ’ έγκληση διωκόμενα αδικήματα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη θεσμική ιδιότητα του θιγόμενου, ιδίως όταν γίνεται λόγος για ενδεχόμενη παραβίαση υπουργικού γραφείου και διαρροή υπηρεσιακών δεδομένων. Η έννοια της «διακριτικής ευχέρειας» τίθεται έτσι υπό αυστηρό έλεγχο, με σαφείς αιχμές περί επιλεκτικής εφαρμογής της νομιμότητας.


Παράλληλα, στο στόχαστρο μπαίνει η επιλογή μη νομικής κίνησης κατά του Λαβράνου λόγω προσωπικής σχέσης, με τον Κεσσέ να επεκτείνει την κριτική και στην απουσία ενεργειών έναντι άλλων εμπλεκομένων προσώπων. Το επιχείρημα περί «κουμπαριάς» εμφανίζεται ως ενδεικτικό μιας επικίνδυνης σύγχυσης μεταξύ ιδιωτικών δεσμών και δημόσιου καθήκοντος, τροφοδοτώντας ευρύτερη συζήτηση για τα όρια της λογοδοσίας.

Advertisement


Αιχμές διατυπώνονται και για τη δικονομική διαχείριση της υπόθεσης, καθώς επισημαίνεται ότι η απουσία του υπουργού από τη διαδικασία ενδέχεται να επηρέασε ουσιωδώς την έκβαση συγκεκριμένων κατηγοριών, ενώ τίθεται και ζήτημα απώλειας δικαιωμάτων παράστασης σε επόμενα στάδια της δίκης. Το ζήτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα της δημόσιας δήλωσης περί «μη απώλειας δικονομικών δικαιωμάτων», η οποία αμφισβητείται ευθέως.


Τέλος, η αναφορά στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ Νίκο Ανδρουλάκη επαναφέρει στο προσκήνιο την ευρύτερη διάσταση των υποκλοπών, με τον Κεσσέ να υπενθυμίζει το πλαίσιο ισονομίας και τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης που κατοχυρώνουν το δικαίωμα ενημέρωσης όλων των πολιτών, χωρίς εξαιρέσεις ή πολιτικές ερμηνείες.
Η δημόσια αυτή αντιπαράθεση δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη επεισόδιο πολιτικής σύγκρουσης. Αναδεικνύει, με όρους που αγγίζουν τον πυρήνα του κράτους δικαίου, το ζήτημα της θεσμικής ευθύνης και της ισοτιμίας απέναντι στη Δικαιοσύνη, σε μια υπόθεση που συνεχίζει να αφήνει βαριά σκιά στο πολιτικό σύστημα.