ΔΙΕΘΝΗ
Υποκλοπές: Όταν η ΕΥΠ περνούσε υπό την ευθύνη του Πρωθυπουργού και δεν συμμορφωνόταν με την απόφαση ΣτΕ
Η επίκληση λόγων «εθνικής ασφάλειας» από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών προκειμένου να μην παραδώσει στην Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών τον πλήρη φάκελο της παρακολούθησης του Νίκου Ανδρουλάκη επαναφέρει, με ένταση, ένα ζήτημα που εκκρεμεί θεσμικά από το 2022 και βαραίνει πλέον την Ελλάδα σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του «Βήματος», η ΕΥΠ απάντησε στην ΑΔΑΕ χωρίς να συμμορφωθεί ουσιαστικά με την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, περιοριζόμενη σε απλή παραπομπή στην εισαγγελική διάταξη άρσης απορρήτου «για λόγους εθνικής ασφάλειας», χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω αιτιολόγηση ή αναφορά σε αίτημα ξένης υπηρεσίας. Η στάση αυτή αφήνει ανεκτέλεστη μια δεσμευτική κρίση του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου και δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τα όρια της θεσμικής λογοδοσίας.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένο από το θεσμικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε ήδη από το 2019. Όπως είχε αναδείξει το News247.gr τον Αύγουστο του 2022, με τον νόμο 4622/2019 περί «επιτελικού κράτους», η ΕΥΠ υπήχθη απευθείας στην Προεδρία της Κυβέρνησης, άρα στην άμεση εποπτεία του πρωθυπουργού. Ο συγκεκριμένος νόμος αποτέλεσε τον πρώτο νομοθετικό άξονα της κυβέρνησης Μητσοτάκη και μετέβαλε ριζικά τη διοικητική υπαγωγή κρίσιμων κρατικών μηχανισμών, μεταξύ των οποίων και η ΕΥΠ.
Ήδη από τη συζήτηση του νόμου στη Βουλή, είχαν καταγραφεί σοβαρές ενστάσεις για την υπερσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων στο πρωθυπουργικό γραφείο. Ο Χάρης Καστανίδης, εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ, είχε επισημάνει ότι η δημιουργία μιας ισχυρής και διοικητικά «θηριώδους» Προεδρίας της Κυβέρνησης ενίσχυε ένα πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο διακυβέρνησης, με άμεσες συνέπειες στον έλεγχο και την εποπτεία των ανεξάρτητων λειτουργιών του κράτους.
Σήμερα, εν έτει 2025, οι τότε προειδοποιήσεις επανέρχονται στο προσκήνιο με βαρύ θεσμικό φορτίο. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπως αποκάλυψε το The Socialist, άνοιξε εκ νέου την υπόθεση των υποκλοπών με κατεπείγουσες διαδικασίες, εξετάζοντας κατά προτεραιότητα την προσφυγή του Νίκου Ανδρουλάκη για τη μη συμμόρφωση της ΕΥΠ στην απόφαση του ΣτΕ. Παράλληλα, έθεσε σαφή προθεσμία στην ελληνική κυβέρνηση να καταθέσει την αντίκρουσή της έως τις 16 Φεβρουαρίου.
Η υπόθεση αποκτά πλέον διεθνή διάσταση, όχι μόνο ως ζήτημα ατομικής ενημέρωσης ενός πολιτικού αρχηγού, αλλά ως δοκιμασία για το κράτος δικαίου και τον σεβασμό των δικαστικών αποφάσεων. Έναν χρόνο μετά την κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η μη εκτέλεσή της από την ΕΥΠ δεν συνιστά απλή διοικητική εκκρεμότητα, αλλά θεσμικό έλλειμμα που εκθέτει τη χώρα.
Με δεδομένο ότι την επίμαχη περίοδο η ΕΥΠ υπαγόταν απευθείας στον πρωθυπουργό, το βάρος των εξελίξεων μετατοπίζεται αναπόφευκτα στο επίπεδο της πολιτικής εποπτείας. Το ερώτημα της λογοδοσίας δεν αφορά πλέον μόνο το παρελθόν της υπόθεσης των υποκλοπών, αλλά τον τρόπο με τον οποίο η εκτελεστική εξουσία ανταποκρίνεται σε δεσμευτικές δικαστικές αποφάσεις και σε ευρωπαϊκούς θεσμικούς ελέγχους.
Η επανενεργοποίηση του φακέλου από το Στρασβούργο λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα και η θεσμική διαφάνεια δεν κλείνουν με πολιτικές σιωπές ούτε με γενικόλογες επικλήσεις εθνικής ασφάλειας. Αντίθετα, απαιτούν καθαρές απαντήσεις, τεκμηρίωση και σεβασμό στη συνταγματική τάξη, ιδίως όταν στο επίκεντρο βρίσκεται η παρακολούθηση αρχηγού κοινοβουλευτικού κόμματος.
