ΔΙΕΘΝΗ
Υποκλοπές: Στον δρόμο για τα ευρωπαϊκά δικαστήρια – Καταγγελίες για «θεσμική εκτροπή» μετά την αρχειοθέτηση
Η υπόθεση των υποκλοπών εισέρχεται σε νέα, πιο εκρηκτική φάση, καθώς ο συνήγορος θυμάτων Ζαχαρίας Κεσσές προαναγγέλλει προσφυγή σε ευρωπαϊκά δικαστήρια, καταγγέλλοντας ευθέως συγκάλυψη και βαθιά θεσμική εκτροπή. Η απόφαση του Άρειος Πάγος να θέσει την υπόθεση στο αρχείο προκαλεί έντονες αντιδράσεις στον νομικό και πολιτικό κόσμο, με τη συζήτηση να μετατοπίζεται πλέον από την ουσία των αποκαλύψεων στο ίδιο το κράτος δικαίου.
Ο κ. Κεσσές δεν περιορίζεται σε νομικές αιτιάσεις, αλλά χρησιμοποιεί βαρύτατους χαρακτηρισμούς, κάνοντας λόγο για «δυστοπία» και «διάβρωση της δημοκρατίας». Σύμφωνα με τον ίδιο, η εισαγγελική στάση δεν συνάδει με το βάρος των στοιχείων που είχαν ήδη τεθεί υπόψη της Δικαιοσύνης, ούτε με τις επισημάνσεις προηγούμενων δικαστικών κρίσεων. Το γεγονός ότι –όπως καταγγέλλεται– δεν πραγματοποιήθηκε ούτε μία προανακριτική ενέργεια, δεν κλήθηκε κανένας μάρτυρας και δεν αξιοποιήθηκαν νέα αποδεικτικά μέσα, συνθέτει, κατά τον ίδιο, μια εικόνα θεσμικής αδράνειας που δύσκολα μπορεί να ερμηνευθεί ως απλή αμέλεια.
Στο επίκεντρο των καταγγελιών βρίσκεται ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Τζαβέλας, ο οποίος φέρεται να διατήρησε τη δικογραφία επί 20 ημέρες χωρίς καμία ουσιαστική διερευνητική πράξη. Η πλευρά των θυμάτων υποστηρίζει ότι ακόμη και όταν κατατέθηκε επίσημο αίτημα για τον τρόπο υποβολής νέων, ευαίσθητων στοιχείων, η απάντηση ήταν η αποφυγή παραλαβής τους και η ταχεία έκδοση διάταξης αρχειοθέτησης.
Η υπόθεση αποκτά ακόμη πιο σύνθετες διαστάσεις λόγω του ισχυρισμού περί ενδεχόμενου κωλύματος, καθώς ο ίδιος εισαγγελικός λειτουργός είχε, σύμφωνα με την καταγγελία, διατελέσει αναπληρωτής επόπτης της ΕΥΠ κατά την επίμαχη περίοδο. Ένα ζήτημα που, αν επιβεβαιωθεί, εγείρει σοβαρά ερωτήματα σύγκρουσης συμφερόντων και αμεροληψίας της διαδικασίας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν και τα τρία βασικά σκέλη που, κατά τον συνήγορο, έπρεπε να διερευνηθούν. Πρώτον, η πιθανή διάπραξη του αδικήματος της κατασκοπίας, ακόμη και σε απόπειρα, με αναφορές σε παρακολουθήσεις που φέρονται να άγγιξαν κρίσιμους θεσμούς του κράτους. Δεύτερον, οι ευθύνες συγκεκριμένων φυσικών προσώπων που κατονομάστηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης. Και τρίτον, η φερόμενη συνέχιση λειτουργίας εταιρείας εμπορίας κατασκοπευτικού λογισμικού μέχρι και το 2026, στοιχείο που –αν επιβεβαιωθεί– ακυρώνει κάθε αφήγημα περί «κλειστής υπόθεσης».
Η προσφυγή στα ευρωπαϊκά δικαιοδοτικά όργανα, που πλέον θεωρείται μονόδρομος από την πλευρά των θυμάτων, αναμένεται να μεταφέρει την υπόθεση εκτός ελληνικών συνόρων, εκθέτοντας τη χώρα σε αυστηρό έλεγχο για την τήρηση θεμελιωδών αρχών του κράτους δικαίου.
Σε ένα ήδη τεταμένο πολιτικό περιβάλλον, η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να λειτουργήσει ως καταλύτης για ευρύτερες θεσμικές εξελίξεις, επαναφέροντας με ένταση το ερώτημα για τα όρια της λογοδοσίας και της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα.
