ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Σφοδρή σύγκρουση για το νομοσχέδιο του ΥπΠο: Οι αρχαιολόγοι καταγγέλλουν ιδιωτικοποίηση των μνημείων
Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων εξαπολύει σφοδρή επίθεση στο πολυνομοσχέδιο του Υπουργείου Πολιτισμού, κάνοντας λόγο για σχέδιο εμπορευματοποίησης της πολιτιστικής κληρονομιάς μέσω Ανώνυμης Εταιρείας και προαναγγέλλοντας κινητοποιήσεις.
Σε μείζον πολιτικό και θεσμικό ζήτημα εξελίσσεται το νέο πολυνομοσχέδιο του Υπουργείου Πολιτισμού, το οποίο βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση και προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη σύσταση του «Οργανισμού Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.». Η πρωτοβουλία της κυβέρνησης έχει προκαλέσει την έντονη αντίδραση του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (ΣΕΑ), ο οποίος κάνει λόγο για μια πρωτοφανή απόπειρα ιδιωτικοποίησης της διαχείρισης των αρχαιοτήτων και των μνημείων της χώρας.
Στην εκτενή ανακοίνωσή του, ο ΣΕΑ υποστηρίζει ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις υπερβαίνουν κατά πολύ μια απλή διοικητική αναδιάρθρωση. Όπως επισημαίνει, η μεταφορά της διαχείρισης της περιουσίας του Οργανισμού Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων (ΟΔΑΠ), καθώς και κρίσιμων αρμοδιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, σε μια Ανώνυμη Εταιρεία συνιστά ουσιαστική αποδυνάμωση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και ανοίγει τον δρόμο για την εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Οι αρχαιολόγοι εκφράζουν ιδιαίτερη ανησυχία και για την πρόβλεψη ίδρυσης νέου φορέα διαχείρισης των επισκέψιμων ενάλιων αρχαιολογικών χώρων, υποστηρίζοντας ότι η αποκοπή τους από την Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων διαρρηγνύει την επιστημονική και διοικητική ενότητα της προστασίας των μνημείων. Παράλληλα, σημειώνουν ότι το νομοσχέδιο εισάγει τροποποιήσεις στον Αρχαιολογικό Νόμο, οι οποίες, κατά την εκτίμησή τους, μεταβάλλουν τη φιλοσοφία προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Ο ΣΕΑ επαναφέρει στο προσκήνιο τις πάγιες θέσεις του κατά κάθε μορφής ιδιωτικοποίησης των λειτουργιών που σχετίζονται με την προστασία και τη διαχείριση των αρχαιολογικών χώρων. Ζητεί την κατάργηση των ιδιωτικών επισκέψεων σε μνημεία και αρχαιολογικούς χώρους, καθώς και του θεσμού των ιδιωτικών γευμάτων και εκδηλώσεων που πραγματοποιούνται σε χώρους πολιτιστικής κληρονομιάς, υποστηρίζοντας ότι τέτοιες πρακτικές αλλοιώνουν τον δημόσιο χαρακτήρα των μνημείων.
Παράλληλα, ζητά να επιστρέψει η διαχείριση των ταμείων και των εισιτηρίων των μεγάλων αρχαιολογικών χώρων αποκλειστικά στο προσωπικό της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, ενώ απορρίπτει τη συμμετοχή ιδιωτικών εταιρειών στη διαχείριση, τη φύλαξη και την παροχή υπηρεσιών στους αρχαιολογικούς χώρους.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στον ρόλο του ΟΔΑΠ. Οι αρχαιολόγοι υποστηρίζουν ότι ο οργανισμός πρέπει να επανέλθει στον επιστημονικό και πολιτιστικό του προσανατολισμό, ενισχύοντας την έκδοση επιστημονικών συγγραμμάτων, του Αρχαιολογικού Δελτίου, καθώς και την ανάπτυξη ψηφιακών εφαρμογών και εκπαιδευτικού υλικού με την επιστημονική εποπτεία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Παράλληλα, ζητούν τη στελέχωσή του με μόνιμο προσωπικό, ώστε να περιοριστεί η εξάρτηση από εξωτερικούς αναδόχους και ιδιωτικές εταιρείες.
Στο πεδίο της πρόσβασης των πολιτών στον πολιτισμό, ο Σύλλογος διεκδικεί την επαναφορά του χειμερινού εισιτηρίου για όλους τους επισκέπτες και της έκπτωσης 50% για τα άτομα άνω των 65 ετών, ενώ επιμένει ότι οι βασικές υπηρεσίες στους αρχαιολογικούς χώρους, όπως οι τουαλέτες και οι ιματιοθήκες, πρέπει να παρέχονται χωρίς πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση.
Με αφορμή την έναρξη της δημόσιας διαβούλευσης, ο ΣΕΑ έχει απευθύνει κάλεσμα προς τα μέλη του να καταθέσουν προτάσεις και παρατηρήσεις επί του νομοσχεδίου, αλλά και να συμβάλουν στη διαμόρφωση ενός σχεδίου κινητοποιήσεων απέναντι στις κυβερνητικές πρωτοβουλίες.
Η αντιπαράθεση αναμένεται να λάβει ευρύτερες πολιτικές διαστάσεις τις επόμενες εβδομάδες, καθώς το συγκεκριμένο πολυνομοσχέδιο αγγίζει τον πυρήνα της δημόσιας διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Από τη μία πλευρά, το Υπουργείο Πολιτισμού υποστηρίζει ότι οι αλλαγές αποσκοπούν στον εκσυγχρονισμό και την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των πολιτιστικών πόρων. Από την άλλη, οι αρχαιολόγοι προειδοποιούν ότι η ίδρυση Ανώνυμης Εταιρείας και η μεταφορά κρίσιμων αρμοδιοτήτων εκτός της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας συνιστούν μια βαθιά θεσμική μεταβολή, με συνέπειες που, όπως υποστηρίζουν, ενδέχεται να επηρεάσουν τον δημόσιο χαρακτήρα και την προστασία της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς.
