ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Πρωτογενές πλεόνασμα: Το επικοινωνιακό αφήγημα πίσω από τους αριθμούς και η πραγματικότητα του κρατικού ελλείμματος
Το πρωτογενές πλεόνασμα έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια στο βασικό επικοινωνιακό εργαλείο της κυβέρνησης για να παρουσιάζει μια εικόνα δημοσιονομικής ευρωστίας. Ωστόσο, πίσω από τους πανηγυρικούς τίτλους και τις κυβερνητικές ανακοινώσεις, οι ίδιοι οι αριθμοί του Δελτίου Εκτέλεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού αποτυπώνουν μια διαφορετική πραγματικότητα.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για το πρώτο εξάμηνο του 2026, το ισοζύγιο του κρατικού προϋπολογισμού εξακολουθεί να είναι ελλειμματικό κατά 929 εκατ. ευρώ. Παρ’ όλα αυτά, η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από το πρωτογενές πλεόνασμα, το οποίο παρουσιάζεται ως απόδειξη της επιτυχίας της οικονομικής πολιτικής.
Η πραγματικότητα είναι ότι το πρωτογενές αποτέλεσμα δεν αποτελεί το τελικό αποτέλεσμα του κρατικού προϋπολογισμού. Πρόκειται για τη διαφορά μεταξύ εσόδων και δαπανών πριν από την πληρωμή των τόκων του δημόσιου χρέους. Με άλλα λόγια, ένας προϋπολογισμός μπορεί να εμφανίζει πρωτογενές πλεόνασμα και ταυτόχρονα να παραμένει συνολικά ελλειμματικός, όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η αναφορά του ίδιου του υπουργείου στους ετεροχρονισμούς πληρωμών. Στο δελτίο επισημαίνεται ότι μεταφέρθηκαν χρονικά πληρωμές ύψους 81 εκατ. ευρώ για εξοπλιστικά προγράμματα, 555 εκατ. ευρώ για το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και 1,597 δισ. ευρώ σε μεταβιβάσεις προς φορείς της Γενικής Κυβέρνησης. Επιπλέον, συνυπολογίζεται και ποσό 135 εκατ. ευρώ από τη δεύτερη δόση της παραχώρησης άδειας καζίνο στο Ελληνικό.
Μετά την αφαίρεση όλων αυτών των έκτακτων ή χρονικά μεταφερόμενων παραγόντων, η πραγματική υπέρβαση έναντι του στόχου περιορίζεται μόλις στα 171 εκατ. ευρώ. Το ερώτημα που εύλογα γεννάται είναι γιατί η δημόσια συζήτηση εστιάζει αποκλειστικά στο ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος και όχι στο γεγονός ότι σημαντικές κρατικές υποχρεώσεις μεταφέρονται χρονικά προς το μέλλον.
Οι ετεροχρονισμοί δεν αποτελούν λογιστικό τέχνασμα χωρίς συνέπειες. Στην πράξη σημαίνουν ότι συγκεκριμένες δαπάνες δεν εξοφλήθηκαν στον χρόνο που είχαν προγραμματιστεί, βελτιώνοντας προσωρινά την εικόνα του προϋπολογισμού. Οι υποχρεώσεις αυτές, ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν και θα πρέπει να καλυφθούν σε μεταγενέστερο χρόνο.
Ταυτόχρονα, η συνολική εικόνα των τελευταίων ετών δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό. Όλοι οι κρατικοί προϋπολογισμοί της περιόδου 2020-2025 ήταν ελλειμματικοί, ενώ το συνολικό τους έλλειμμα ανήλθε στα 51,7 δισ. ευρώ. Μέσα στην ίδια περίοδο, το δημόσιο χρέος, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών, αυξήθηκε από 361,2 δισ. ευρώ στο τέλος του 2019 σε 427,1 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025.
Οι αριθμοί αυτοί δεν σημαίνουν κατ’ ανάγκη ότι η οικονομική πολιτική είναι αποτυχημένη. Σημαίνουν όμως ότι η εικόνα που παρουσιάζεται στους πολίτες είναι συχνά αποσπασματική. Όταν αναδεικνύεται αποκλειστικά το πρωτογενές πλεόνασμα και παραμένουν στο περιθώριο το συνολικό έλλειμμα, οι μεταφερόμενες πληρωμές και η εξέλιξη του δημόσιου χρέους, η ενημέρωση γίνεται μονοδιάστατη.
Σε μια δημοκρατία, η οικονομική πολιτική πρέπει να κρίνεται με βάση το σύνολο των δημοσιονομικών δεδομένων και όχι μόνο εκείνα που εξυπηρετούν το εκάστοτε επικοινωνιακό αφήγημα. Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν ολόκληρη την εικόνα και όχι μόνο το πιο ευνοϊκό μέρος της.
