ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ανάρτηση – “κόλαφος” για την κυβέρνηση ΝΔ από Χάρη Καστανίδη για ΟΠΕΚΕΠΕ
Η πολιτική αντιπαράθεση για το πόρισμα της πλειοψηφίας στην Εξεταστική Επιτροπή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ αποκτά νέα ένταση, μετά την αιχμηρή παρέμβαση του Χάρη Καστανίδη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο πρώην υπουργός και ιστορικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ επανέρχεται στο ζήτημα των πολιτικών και ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών, ασκώντας δριμεία κριτική στη στάση της Νέας Δημοκρατίας.
Σε ανάρτησή του στο Twitter, ο Χάρης Καστανίδης υποστηρίζει ότι η κυβερνητική πλειοψηφία «δεν διαβλέπει πιθανές ποινικές ευθύνες υπουργών της» στο πόρισμά της για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, παραλληλίζοντας τη στάση αυτή με όσα, κατά την άποψή του, συνέβησαν στην τραγωδία των Τεμπών και στην υπόθεση των υποκλοπών. Με σαφή ειρωνική διάθεση, καταλήγει πως «στην Ελλάδα της σήμερον, ένα πλήθος διεφθαρμένων υπηκόων διοικείται από ευάριθμη ομάδα δεξιών αδιάφθορων».
Η τοποθέτηση Καστανίδη δεν περιορίζεται σε κομματική αντιπαράθεση. Θίγει ευθέως τον πυρήνα της θεσμικής λειτουργίας της χώρας, θέτοντας ζήτημα επιλεκτικής ευαισθησίας και πολιτικής αυτοπροστασίας όταν πρόκειται για κυβερνητικά στελέχη. Η αναφορά στα Τέμπη και στο σκάνδαλο των παρακολουθήσεων επιχειρεί να αναδείξει, όπως υποστηρίζει, ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: την απουσία ανάληψης ευθύνης στο ανώτατο επίπεδο εξουσίας.
Το ζήτημα του ΟΠΕΚΕΠΕ, που αφορά τη διαχείριση κοινοτικών ενισχύσεων και την εποπτεία ενός κρίσιμου οργανισμού για τον πρωτογενή τομέα, έχει ήδη προκαλέσει σοβαρές πολιτικές τριβές. Η αντιπολίτευση επιμένει ότι προκύπτουν σοβαρά ερωτήματα για τη διοικητική και πολιτική εποπτεία, ενώ η κυβερνητική πλευρά απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε υπόνοια ποινικής εμπλοκής υπουργών.
Η παρέμβαση Καστανίδη έρχεται σε μια συγκυρία όπου η αξιοπιστία των θεσμών και η λειτουργία των εξεταστικών επιτροπών βρίσκονται στο μικροσκόπιο της κοινής γνώμης. Η πολιτική σύγκρουση μετατοπίζεται πλέον από το επιμέρους σκάνδαλο στη συνολική εικόνα διακυβέρνησης και λογοδοσίας.
Σε κάθε περίπτωση, η ανάρτηση λειτουργεί ως πολιτικός καταλύτης. Υπενθυμίζει ότι η συζήτηση για τις ευθύνες δεν είναι μόνο νομική, αλλά βαθύτατα πολιτική. Και ότι, σε μια δημοκρατία, η κρίση για το ποιος είναι «αδιάφθορος» και ποιος όχι δεν ανήκει ούτε στα κομματικά πορίσματα ούτε στις επικοινωνιακές άμυνες, αλλά τελικά στην κοινωνία και στους θεσμούς της.
