Connect with us

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ανάρτηση-“κόλαφος” της Άννας Παπαδοπούλου για την συνέντευξη Γεραπετρίτη στην Ράνια Τζίμα

Published

on

Η παρέμβαση της Άννας Παπαδοπούλου για τις δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών δεν είναι μια κομματική αιχμή. Είναι μια θεσμική υπενθύμιση της στοιχειώδους ποινικοδικονομικής λογικής που φαίνεται να θολώνει όταν η συζήτηση αγγίζει την υπόθεση των υποκλοπών.

Ο κ. Γιώργος Γεραπετρίτης, μιλώντας στη Ράνια Τζίμα και στο in.gr, επέλεξε να παρουσιάσει την αυτεπάγγελτη δίωξη περίπου ως λόγο αποστασιοποίησης του ίδιου από κάθε ενεργό νομική εμπλοκή. Από τη στιγμή που η Δικαιοσύνη κινήθηκε, είπε, δεν υπήρχε πρόσθετος λόγος να εμπλακεί ο ίδιος. Μια τοποθέτηση που αφήνει την αίσθηση ότι ο παθών σε ένα σοβαρό ποινικό ζήτημα μπορεί να αρκεστεί στον ρόλο του θεατή.

Όμως το ποινικό μας σύστημα δεν λειτουργεί έτσι. Άλλο η κίνηση της ποινικής δίωξης και άλλο ο θεσμός του υποστηρίζοντος την κατηγορία. Ο άμεσα παθών, είτε πρόκειται για αυτεπαγγέλτως είτε για κατ’ έγκληση διωκόμενο αδίκημα, έχει σαφές δικονομικό δικαίωμα να μετέχει ενεργά. Να παρακολουθεί, να παρεμβαίνει, να συνδιαμορφώνει την αποδεικτική διαδικασία. Δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο ούτε παρακολούθημα της κρατικής πρωτοβουλίας.

Η νομολογία του Άρειος Πάγος είναι σαφής. Ο υποστηρίζων την κατηγορία δεν επιδιώκει μόνο ιδιωτική ικανοποίηση αλλά συμβάλλει στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος μέσω της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Η συμμετοχή του αποτελεί θεσμικό αντίβαρο και όχι περιττή πολυτέλεια.

Advertisement

Επιπλέον, η αυτεπάγγελτη δίωξη δεν είναι εξαίρεση που ενεργοποιείται μόνο λόγω βαρύτητας. Είναι ο κανόνας του συστήματος. Η κατ’ έγκληση δίωξη αποτελεί τη στενή εξαίρεση, για αδικήματα ιδιαίτερα προσωπικού χαρακτήρα ή ήσσονος απαξίας. Η αντιστροφή αυτής της πραγματικότητας δημιουργεί εύλογες απορίες για το πώς παρουσιάζεται η λειτουργία της Δικαιοσύνης στον δημόσιο λόγο.

Και υπάρχει και το ζήτημα της απόπειρας. Το ποινικό δίκαιο δεν αντιμετωπίζει την απόπειρα ως ασήμαντη λεπτομέρεια. Την τιμωρεί ακριβώς επειδή συνιστά εκδήλωση εγκληματικής βούλησης και απειλή για την έννομη τάξη. Όταν μάλιστα πρόκειται για παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών, το ίδιο το γεγονός ότι επιχειρήθηκε μια τέτοια πράξη αποκτά ιδιαίτερη θεσμική βαρύτητα. Πολύ περισσότερο όταν αφορά μέλος της κυβέρνησης.

Σε μια περίοδο όπου η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς δοκιμάζεται, οι δημόσιες τοποθετήσεις κυβερνητικών στελεχών οφείλουν να ενισχύουν και όχι να αποδυναμώνουν τη θεσμική αυτοσυνείδηση της κοινωνίας. Όταν η νομική επιχειρηματολογία μοιάζει να προσαρμόζεται στην πολιτική άμυνα, το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι βαθιά θεσμικό.

Advertisement
Advertisement