ΓΝΩΜΕΣ
Ανύπαρκτο το αντιπολεμικό κίνημα στη Δύση – Από την κοινωνική οργή στη συλλογική αδράνεια
Γράφει ο Γαβρής Άγγελος
Παρά το γεγονός ότι ο πόλεμος των Ηνωμένες Πολιτείες εναντίον του Ιράν καταγράφεται ως ένας από τους πιο αντιδημοφιλείς πολέμους στην αμερικανική ιστορία, η κοινωνική αντίδραση παραμένει μέχρι στιγμής περιορισμένη. Η στρατιωτική επιχείρηση που αποφάσισε ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να αντιμετωπίζεται με έντονη δυσπιστία από μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, χωρίς όμως να έχει προκαλέσει ένα μαζικό αντιπολεμικό κύμα αντίστοιχο εκείνων που χαρακτήρισαν άλλες ιστορικές περιόδους.
Οι μετρήσεις δείχνουν ότι η κοινωνική αποδοχή της σύγκρουσης είναι χαμηλή. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται ο δημοσκόπος G. Elliot Morris, μόλις το 38% των Αμερικανών στηρίζει τις επιθέσεις κατά του Ιράν, ποσοστό χαμηλότερο ακόμη και από την εκ των υστέρων αποτίμηση της υποστήριξης που είχε ο πόλεμος στο Ιράκ. Κι όμως, στους δρόμους δεν εμφανίζεται η ένταση κοινωνικής αντίδρασης που θα περίμενε κανείς από μια τόσο αρνητική κοινωνική στάση.
Το φαινόμενο δεν περιορίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει επίσης πολιτικά και κοινωνικά «μουδιασμένη». Παρά τη σοβαρότητα της σύγκρουσης και τις πιθανές οικονομικές και ενεργειακές επιπτώσεις για την ευρωπαϊκή ήπειρο, δεν διαμορφώνεται ένα ισχυρό, πανευρωπαϊκό αντιπολεμικό κίνημα που να ασκεί ουσιαστική πίεση στις κυβερνήσεις. Οι κοινωνίες παρακολουθούν τις εξελίξεις περισσότερο ως θεατές παρά ως ενεργοί πολιτικοί παράγοντες.
Ένας από τους λόγους που επισημαίνουν αναλυτές είναι η βαθιά αίσθηση πολιτικής αδυναμίας που έχει εγκατασταθεί σε μεγάλο μέρος της δυτικής κοινωνίας. Σε αντίθεση με τη δεκαετία του 1960, όταν το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα και οι αντιδράσεις στον πόλεμο του Βιετνάμ έδιναν την αίσθηση ότι η μαζική κινητοποίηση μπορούσε να αλλάξει την πολιτική πορεία μιας χώρας, σήμερα πολλοί πολίτες αντιμετωπίζουν την πολιτική σύγκρουση με κυνισμό ή αποστασιοποίηση.
Η διαρκής έκθεση σε εικόνες πολέμου και καταστροφής φαίνεται επίσης να έχει δημιουργήσει ένα παράδοξο φαινόμενο εξοικείωσης. Οι συγκρούσεις μεταδίδονται καθημερινά μέσα από τις οθόνες, μέσα σε ένα περιβάλλον υπερπληροφόρησης, όπου οι εικόνες βίας και τραγωδίας εναλλάσσονται σχεδόν με την ταχύτητα ενός επεισοδίου σε διαδικτυακή πλατφόρμα. Η κοινωνία παρακολουθεί τις εξελίξεις με ένταση στιγμής, αλλά χωρίς τη διάρκεια συναισθηματικής και πολιτικής κινητοποίησης που θα μπορούσε να μετατραπεί σε μαζική δράση.
Την ίδια στιγμή φαίνεται να έχει υποστεί πλήγμα και η ίδια η έννοια του κινήματος. Σε πολλές περιπτώσεις των τελευταίων ετών, ακόμη και μαζικές κοινωνικές κινητοποιήσεις δεν κατόρθωσαν να οδηγήσουν σε ουσιαστικές πολιτικές συνέπειες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσαν οι μεγάλες διαδηλώσεις που ακολούθησαν την τραγωδία των Σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη στην Ελλάδα. Παρά τη μαζικότητα των κινητοποιήσεων και την ένταση της κοινωνικής οργής, το πολιτικό σύστημα δεν βρέθηκε αντιμέτωπο με άμεσες θεσμικές κυρώσεις ή ριζικές πολιτικές ανατροπές.
Αυτή η εμπειρία ενισχύει την αίσθηση ότι η συλλογική δράση, όσο μεγάλη κι αν είναι, δύσκολα μεταφράζεται σε πραγματική πολιτική αλλαγή. Η απογοήτευση αυτή δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: όσο περισσότερο οι πολίτες θεωρούν ότι οι κινητοποιήσεις δεν έχουν αποτέλεσμα, τόσο λιγότερο πρόθυμοι είναι να συμμετάσχουν σε νέες μορφές συλλογικής δράσης.
Η απουσία ενός ισχυρού αντιπολεμικού κινήματος στη Δύση δεν είναι επομένως μόνο πολιτικό ζήτημα. Αντανακλά μια βαθύτερη κοινωνική και ψυχολογική μεταβολή, όπου η έννοια της συλλογικής παρέμβασης φαίνεται να έχει αποδυναμωθεί, την ώρα που οι διεθνείς κρίσεις πολλαπλασιάζονται. Σε ένα περιβάλλον συνεχούς γεωπολιτικής έντασης, το ερώτημα που επανέρχεται είναι αν και πότε οι κοινωνίες θα ξεπεράσουν αυτή την κατάσταση αδράνειας και θα επαναφέρουν τη μαζική πολιτική δράση στο επίκεντρο της δημόσιας ζωής.
