Connect with us

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δ.Λυρίτσης: Το σκάνδαλο των υποκλοπών υπονομεύει την συνταγματική λειτουργία του πολιτεύματος και θέτει ζήτημα Δημοκρατίας

Published

on

Σε ανάρτηση του στο Facebook ο Δικηγόρος, Δημήτρης Λυρίτσης αναφέρθηκε στο ζήτημα της παρακολούθησης του Νίκου Ανδρουλάκη.Ο ίδιος κάνει εκτενή αναφορά και εξηγεί τους “λόγους εθνικής ασφαλείας”

Η ανάρτηση του:

Το σκάνδαλο των υποκλοπών υπονομεύει την συνταγματική λειτουργία του πολιτεύματος και θέτει ζήτημα Δημοκρατίας.

Το αρθ. 19Σ προβλέπει ότι το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε τρόπο είναι απολύτως απαραβίαστο. Παρέκκλιση από τον κανόνα (απαραβίαστο απορρήτου) και υπό τις εγγυήσεις του νόμου υπάρχει για «λόγους εθνικής ασφάλειας» ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων.
Στην περίπτωση του Ν. Ανδρουλάκη, εν ενεργεία ευρωβουλευτή και υποψηφίου αρχηγού του τρίτου κοινοβουλευτικού κόμματος κατά το χρόνο των επισυνδέσεων, η άρση φέρεται να αφορούσε για «λόγους εθνικής ασφάλειας».

Ο όρος «εθνική ασφάλεια» είναι μεν αόριστη νομική έννοια, αλλά όχι ασαφής έννοια, για να στερείται σημασιολογικού περιεχομένου. Στοιχειοθετείται μέσα από τις κρίσιμες ιδιότητες των σχέσεων που ρυθμίζει, διαθέτει σημασιολογικό βάθος και υπακούει σε συγκεκριμένα ερμηνευτικά κριτήρια που έχουν διαπλαστεί από τη νομολογία και τη θεωρία. Δεν υποκαθίσταται από την έννοια της «δημόσιας τάξης» (έννοια ευρύτερη) ούτε από εθνικές επιδιώξεις άλλων κρατών.

Άρα, η μόνη «εθνική ασφάλεια» της οποίας μπορεί να γίνει επίκληση είναι αυτή της Χώρας μας (ούτε της Αρμενίας ή της Ουκρανίας ή οιασδήποτε άλλης) και ο μόνος λόγος που θα δικαιολογούσε την επισύνδεση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ενός βουλευτή θα ήταν η κατασκοπεία κατά της χώρας του.
Από τον εξαναγκασμό σε παραίτηση του Διοικητή της ΕΥΠ, του γενικού γραμματέα και ανιψιού του πρωθυπουργού αλλά και από τον τρόπο που τοποθετήθηκε ο ίδιος ο πρωθυπουργός είναι προφανές ότι δεν συνέτρεχε καμία περίπτωση «λόγων εθνικής ασφάλειας».

Η δε επίκληση του «νομίμου» των επισυνδέσεων είναι εσφαλμένη. Στην πραγματικότητα αφορά το «νομότυπο» της διαδικασίας, που διαφέρει ουσιωδώς από το «νόμιμο».
Γι’ αυτό, τόσο ο πρώην διοικητής της ΕΥΠ όσο και η αρμόδια εισαγγελέας, που ενέκρινε την συνακρόαση, υπέχουν ποινική και πειθαρχική ευθύνη και πρέπει αρμοδίως να ελεγχθούν.

Advertisement

Ποιος φέρει όμως την πολιτική ευθύνη για το σκάνδαλο;
Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι ο Πρωθυπουργός λέει αλήθεια και δεν γνώριζε για τις επισυνδέσεις (ισχυρισμός δύσκολα πιστευτός), το γεγονός αυτό δεν τον απαλλάσσει από τον καταλογισμό της πολιτικής ευθύνης. Εν προκειμένω, η πολιτική ευθύνη είναι αντικειμενική και αποκλειστική για τους ακόλουθους λόγους:
1. Ο ίδιος επέλεξε την υπαγωγή της ΕΥΠ στο γραφείο του. Αυτό σημαίνει ότι η αρμοδιότητα για την λειτουργία της ΕΥΠ ανήκει αποκλειστικά και εις ολόκληρον στον Πρωθυπουργό. Ο γγ και ανιψιός του μπορεί να νοηθεί ως βοηθός εκπλήρωσης της μεταβιβασθείσας στον πρωθυπουργό αρμοδιότητας.
2. Ο ίδιος επέλεξε και επέβαλε τόσο τον διοικητή της υπηρεσίας όσο και την εισαγγελέα ΕΥΠ. Για τον διορισμό του διοικητή έφερε στη Βουλή φωτογραφική διάταξη για να καλύψει την έλλειψη των τυπικών προσόντων και για την εισαγγελέα επέμενε στην τοποθέτηση της παρά τις αντιδράσεις από την ηγεσία της δικαιοσύνης και την οριακή πλειοψηφία (6-5) του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου.
3. Ο ίδιος έφερε διάταξη με την οποία καταργήθηκε η δυνατότητα γνωστοποίησης της λήψης του μέτρου της άρσης απορρήτου, μετά τη λήξη του, στο πρόσωπο που αυτό επιβλήθηκε. Διάταξη που επικρίθηκε έντονα τόσο από τον κο Ράμμο, Πρόεδρο της ΑΔΑΕ, όσο και από άλλα μέλη της.
Ο Πρωθυπουργός, λοιπόν, έχει πλήρη και αποκλειστική, μη μεταβιβάσιμη, αντικειμενική ευθύνη για μια υπηρεσία, την οποία, αφού υπήγαγε ο ίδιος στις αρμοδιότητες του, την στελέχωσε ο ίδιος με αμφιλεγόμενα πρόσωπα, την δραστηριοποίησε υπέρμετρα χωρίς να τηρούνται οι συνταγματικές εγγυήσεις και στο τέλος την απάλλαξε και από τις ευθύνες παράνομων παρακολουθήσεων.
Η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης που τον βαρύνει, δεν μπορεί να σημαίνει τίποτε άλλο εκτός από την παραίτηση του.

Χρέος κάθε δημοκράτη πολίτη, κάθε πολιτικού και συνδικαλιστικού συλλογικού υποκειμένου είναι να υπερασπιστούμε την εύρυθμη λειτουργία του πολιτεύματος και τις ελευθερίες των πολιτών.
Εμείς είμαστε με τη Δημοκρατία.

Advertisement