ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Δημοσκόπηση GPO: Προβληματίζουν τα νέα ευρήματα – Τα ποσοστά Καρυστιανού – Τσίπρα σε ενδεχόμενο κόμματος
Η δημοσκόπηση της GPO, όπως δημοσιεύεται στα «Παραπολιτικά», έρχεται να καταγράψει μια πολιτική μετατόπιση που δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί.
Η Μαρία Καρυστιανού αναδεικνύεται σε παράγοντα αποσταθεροποίησης του υπάρχοντος κομματικού συστήματος ως παράγοντας εκφρασης κοινωνικής δυσαρέσκειας που αναζητά διέξοδο έξω από τα φθαρμένα σχήματα εξουσίας.
Με τη Νέα Δημοκρατία να καταγράφει 23,5% στην πρόθεση ψήφου, ποσοστό χαμηλό για κυβερνών κόμμα και ενδεικτικό της πολιτικής φθοράς, η Καρυστιανού εμφανίζεται να πλησιάζει επικίνδυνα τα όριά της. Το 22,8% δηλώνει πως είναι πολύ ή αρκετά πιθανό να τη στηρίξει εφόσον κατέβει με κόμμα στις εκλογές, ποσοστό που συνιστά πολιτικό σεισμό και ταυτόχρονα ηχηρό μήνυμα απονομιμοποίησης της κυβερνητικής πολιτικής.
Το ΠΑΣΟΚ καθηλωμένο στο 11,2%, αδυνατεί να κεφαλαιοποιήσει τη φθορά της ΝΔ, επιβεβαιώνοντας ότι η στρατηγική του «ώριμου διαχειριστή» δεν συγκινεί μια κοινωνία που πιέζεται οικονομικά και θεσμικά.
Η Ελληνική Λύση με 9,6%, η Πλεύση Ελευθερίας με 9,1% και το ΚΚΕ με 7,5% δείχνουν να διατηρούν πυρήνες επιρροής, χωρίς όμως δυναμική ανατροπής.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, στο 4,1%, παραμένει σε καθεστώς πολιτικής συρρίκνωσης, πληρώνοντας τη μακρά περίοδο ασάφειας και εσωτερικής αποσύνθεσης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το εύρημα που αφορά ένα ενδεχόμενο νέο κόμμα υπό τον Αλέξη Τσίπρα, το οποίο συγκεντρώνει μόλις 17,5% πιθανής ψήφου, χαμηλότερα από την Καρυστιανού. Η σύγκριση είναι πολιτικά αποκαλυπτική. Ένα πρόσωπο εκτός κομματικού συστήματος, χωρίς μηχανισμούς και ιστορικό εξουσίας, εμφανίζεται να υπερτερεί έναντι ενός πρώην πρωθυπουργού, γεγονός που καταγράφει την κόπωση της κοινωνίας από τις ανακυκλούμενες ηγεσίες.
Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, η άνοδος της Καρυστιανού προκαλεί απώλειες σε ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, Πλεύση Ελευθερίας και Ελληνική Λύση, ενώ απορροφά και μέρος του ακροατηρίου που θα μπορούσε να στραφεί προς τον Αλέξη Τσίπρα.
Το συμπέρασμα είναι σαφές και πολιτικά ενοχλητικό για την κυβέρνηση. Η Νέα Δημοκρατία δεν αντιμετωπίζει απλώς φθορά, αλλά μια βαθύτερη κρίση εκπροσώπησης. Και αυτή τη φορά, η απειλή δεν προέρχεται από έναν παραδοσιακό αντίπαλο, αλλά από το ίδιο το κοινωνικό ρήγμα που η κυβερνητική πολιτική έχει διευρύνει.
