Εισήγηση Α.Λοβέρδου στη διαδικτυακή εκδήλωση Εύα Καϊλή-Ανδρέας Λοβέρδος «Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, 2021»

«Ο πατριωτισμός είναι ένας, διαχρονικός και αδιαίρετος και σημαίνει πως αγαπάς την πατρίδα σου και σέβεσαι και τηρείς τον όρκο που έδωσες να την προστατεύεις»

Ι. Το διεθνές περιβάλλον στο οποίο κινείται η χώρα διαμορφώνεται ως εξής:

-αλλαγή ηγεσίας στις ΗΠΑ

-πανδημία και οι συνέπειές της στον τρόπο σκέψης των ηγεσιών των κρατών-μελών της ΕΕ

-αδυναμία των εκτός ΕΕ βαλκανικών χωρών να βαδίσουν το δρόμο της Ευρώπης

-πολιτισμική διείσδυση της Τουρκίας στον μουσουλμανικό κόσμο των Βαλκανίων

-διεύρυνση των σχέσεων της Ελλάδας στη Μέση Ανατολή και στις χώρες του Κόλπου

-υποχώρηση της τουρκικής επιρροής στις αντίστοιχες περιοχές

-μετατροπή της προκλητικότητας της Τουρκίας σε επιθετικότητα το έτος 2020. Έγινε πια κοινός τόπος πως η Ελλάδα αντιμετωπίζει πραγματική απειλή.

-σύναψη του παράνομου συμφώνου Τουρκίας με ένα τμήμα της Λιβύης

-ρωγμές στον άξονα Μόσχας-Άγκυρας-Τεχεράνης

-νέα αναζωπύρωση της εστίας της πλανητικής βίας, δηλαδή των συγκρούσεων στην Παλαιστίνη και το Ισραήλ

-κλιματική αλλαγή και αγώνας δρόμου για τις ΑΠΕ

-συνεχιζόμενη αδυναμία να λειτουργήσει η ΕΕ πολιτικά στο διεθνές περιβάλλον

 

 

 

 

ΙΙ. Το μήνυμα που γενικά ως πολιτικός εκπέμπω είναι πατριωτικό, μεταρρυθμιστικό, θεσμικό. Για το θέμα που σήμερα συζητούμε, σπεύδω να καταθέσω την αξιακή θεμελιώδη άποψη, την οποία συμμερίζομαι: ανήκω σε μία παράταξη πατριωτική, που ως θέση αρχής διαμόρφωσε στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό πολιτικές αποτροπής, σε ό,τι αφορά το κύριο μέτωπο της εθνικής εξωτερικής μας πολιτικής, δηλαδή τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αυτόν τον πατριωτικό πυρήνα της εξωτερικής μας πολιτικής διαμόρφωσε το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου.

 

Στο σημείο αυτό αισθάνομαι την ανάγκη να κάνω την εξής διευκρίνιση: κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχουν είδη πατριωτισμού. Είναι λανθασμένες οι αναφορές στον νέο πατριωτισμό, που σημαίνει πως υπάρχει και παλαιός, στο σύγχρονο πατριωτισμό, που σημαίνει πως υπάρχει και αναχρονιστικός, στον θετικό πατριωτισμό, που σημαίνει πως υπάρχει και αρνητικός, τελικά στον καλό πατριωτισμό, που προφανώς συνεπάγεται πως υπάρχει και κακός, στον πολύ πατριωτισμό, που σημαίνει πως υπάρχει και λίγος. Ο πατριωτισμός, όμως, είναι ένας, διαχρονικός και αδιαίρετος και σημαίνει πως αγαπάς την πατρίδα σου και σέβεσαι και τηρείς τον όρκο που έδωσες να την προστατεύεις. Τελικά αυτές οι διακρίσεις δεν είναι τίποτε άλλο, παρά κατάλοιπα της μετεμφυλιακής περιόδου, όπου η έννοια της πατρίδας δυστυχώς  αποτέλεσε το κύριο στοιχείο διαμόρφωσης των όρων του εσωτερικού διχασμού.

 

 

 

 

ΙΙΙ. Οι βασικοί άξονες αυτής της εθνικής εξωτερικής πολιτικής είναι ο σεβασμός της διεθνούς νομιμότητας, η πίστη στην ανάγκη της πολιτικής ολοκλήρωσης της ΕΕ και οι διαρκείς προσπάθειες συμμετοχής μας στον κεντρικό πολιτικό της συσχετισμό, η άσκηση πολιτικών εμπέδωσης της ειρήνης, οι διαρκείς προσπάθειες σύναψης συμφωνιών με όλα τα γειτονικά κράτη για θέματα κοινού ενδιαφέροντος ή για θέματα όπου υπάρχουν διαφωνίες, σε συνδυασμό βέβαια με τον καλύτερο δυνατό εξοπλισμό της χώρας, που θα αποτρέπει οποιεσδήποτε σκέψεις των γειτόνων μας έξω από το ανωτέρω πλαίσιο και εναντίον μας.

 

Αυτήν την πολύπλευρη εξωτερική πολιτική εφάρμοσε το ΠΑΣΟΚ και σε γενικές γραμμές, και με συγκεκριμένες εξαιρέσεις, ακολούθησε και η μεταπολιτευτική Ελλάδα, κυρίως μετά το 1981. Η πολιτική εξοπλισμού της χώρας κάμφθηκε βέβαια μετά το 2004 εξαιτίας των σκανδάλων στον τομέα αυτόν και μετά το 2009, λόγω της οικονομικής κρίσης. Ψηφίστηκε μάλιστα και ένας δρακόντειος σχετικός νόμος, που σήμερα πρέπει οπωσδήποτε να αλλάξει.

 

Ως θετικό στοιχείο σε σχέση με τις ανάγκες εξοπλισμού της χώρας οφείλω να αναφέρω, τη μετάλλαξη ενός τμήματος της Αριστεράς μετά την κυβερνητική του εμπειρία, που σημαίνει πως η συντριπτική πλειοψηφία του πολιτικού μας συστήματος γνωρίζει σήμερα καλά ποιο ακριβώς είναι το θέμα μας.

 

Ας μου επιτραπεί εδώ η προσωπική αναφορά, πως κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στο Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής σταθερά υποστήριζα την άποψη, πως η χώρα πρέπει να αναβαθμίσει και να επεκτείνει τον εξοπλισμό της.

 

Ως προς τους εξοπλισμούς σπεύδω να υπογραμμίσω, πως λόγω μεγέθους η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί σε απόλυτους αριθμούς την Τουρκία. Γι’ αυτό μεγάλη σημασία έχουν αφενός το είδος των εξοπλιστικών προγραμμάτων της χώρας μας και αφετέρου, και κυρίως, οι συμμαχίες της. Η συμφωνία αμυντικής συνεργασίας της Ελλάδας με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σπάρτη του Κόλπου όπως τα αποκαλούν, η στενή συνεργασία με την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία, η στενή σχέση με το Ισραήλ που άρχισε να διαμορφώνεται από το 2010, αλλά και η σύμπτωση των θέσεών μας με την Γαλλία, που αποτελεί μεγάλη στρατιωτική δύναμη, συγκροτούν μια βασικότατη δύναμη αποτροπής, την οποία η Τουρκία είναι υποχρεωμένη να υπολογίζει. Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να υπογραμμίσω, πως η συμφωνία αμυντικής συνεργασίας με την Γαλλία πρέπει οπωσδήποτε να υπογραφεί και είναι λάθος που δεν ολοκληρώθηκε ενώ ήμασταν στο παρά 5 ́.

 

 

 

 

 

ΙV. Έθεσα ήδη τους κεντρικούς άξονες της εθνικής εξωτερικής μας πολιτικής, κάνοντας και ορισμένες βασικές, αλλά ειδικές επισημάνσεις. Περνώ ευθύς αμέσως στα μείζονα θέματα εξωτερικής πολιτικής, ως έχουν σήμερα.

 

Η Ελλάδα επικαιροποίησε τη συμφωνία του 1977 για την υφαλοκρηπίδα με την Ιταλία, υπέγραψε μερική συμφωνία περί ΑΟΖ με την Αίγυπτο, συμφώνησε την υπογραφή συνυποσχετικού με την Αλβανία για την ΑΟΖ, την διαμόρφωση του οποίου εμποδίζει ο Πρόεδρος Μέτα. Συνεπώς, αντιπαραθέτει στην Τουρκία την πολιτική σεβασμού της διεθνούς νομιμότητας και ειδικότερα της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, την οποία η Τουρκία δεν έχει καν υπογράψει. Απαραίτητη εν προκειμένω είναι η πίεση της ΕΕ προς την Τουρκία να γίνει, και πέραν των όσων ρυθμίζει το εθιμικό δίκαιο, μέρος αυτής της συμφωνίας, πολιτική που προϋποθέτει την ενεργοποίηση του Πρωθυπουργού ως προς το θέμα αυτό. Είναι επιτέλους αναγκαίο να δούμε την ανωτέρω θέση σε κάποιο κείμενο συμπερασμάτων του Συμβουλίου Κορυφής της ΕΕ, αλλά και όταν και εάν ανοίξει το σχετικό με την αλιεία κεφάλαιο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων ΕΕ-Τουρκίας. Κοντολογίς, μια χώρα που σέβεται τη διεθνή νομιμότητα, υφίσταται τα προβλήματα που της προκαλεί ένα κράτος-ταραξίας.

 

Η Ελλάδα έχει συσφίξει τις σχέσεις της με όλες τις χώρες της Μέσης Ανατολής και του Κόλπου, σε αντίθεση με την Τουρκία, που δεν καταφέρνει να συνάψει ούτε καν μια συμφωνία για τα ενεργειακά με κάποια από τις χώρες αυτές, πλην Κατάρ. Το καθεστώς Ερντογάν παρακμάζει. Η εξωτερική του πολιτική δεν είναι πολυσχιδής, αλλά αντιφατική και ακατάστατη. Η Δημοκρατία και τα δικαιώματα του ανθρώπου περιορίζονται σε βαθμό, που δεν αρμόζει σε δημοκρατικά κράτη, η δε πολιτική Ερντογάν να αποτελέσει η Τουρκία περιφερειακή δύναμη, να ηγηθεί του μουσουλμανικού κόσμου και να λειτουργεί σε βάρος της κεντρικής πολιτικής της ΕΕ και των ΗΠΑ απέναντι στη Ρωσία, αλλά και της αρχιτεκτονικής του ΝΑΤΟ,συγκρούεται με την πολιτική της Διοίκησης του Τζο Μπάιντεν. Η κατάσταση της Τουρκίας μοιάζει να είναι η χειρότερη των τελευταίων πενήντα ετών. Φυσικά η ελληνική διπλωματία οφείλει να αξιοποιεί αυτή τη συγκυρία.

 

Η άποψη πως η Τουρκία συμπεριφέρεται σήμερα ως κράτος-ταραξίας ενισχύεται και από τη θέση της για το Κυπριακό. Τόσο η ίδια η Τουρκία όσο και ο ανοικτά εκλεκτός της Τουρκοκύπριος ηγέτης μιλούν ξεκάθαρα για διχοτόμηση. Ο Ερσίν Τατάρ στην Πενταμερή ζήτησε αναγνώριση του ψευδοκράτους, ο δε Τσαβούσογλου μίλησε για κυριαρχική ισότητα. Και τα δύο αντιστρατεύονται σαφώς τα ψηφίσματα του ΟΗΕ τόσο για την εισβολή του 1974, και την ίδρυση του ψευδοκράτους, όσο και για τη λύση του Κυπριακού βάσει της δικοινοτικής-διζωνικής ομοσπονδίας. Η Πενταμερής ήταν μια κυριολεκτική τραγωδία. Η Ελλάδα και η Κύπρος πρέπει οπωσδήποτε να επιμείνουν στη λύση της δικοινοτικής-διζωνικής ομοσπονδίας και να συνειδητοποιούν παράλληλα,  πως αν η στάση της Τουρκίας αλλάξει ξαφνικά και οβιδιακά, πρέπει να είναι έτοιμες να αντιμετωπίσουν τη διαπραγματευτική πραγματικότητα.

 

Στα Βαλκάνια η πολιτική μας πρέπει να έχει ως αρχή την προστασία των συμφερόντων μας, αλλά και των συμφερόντων της ΕΕ, της οποίας είμαστε αναπόσπαστο κομμάτι, και αυτό αποτελεί για μας μια θέση αρχής. Περαιτέρω διεύρυνση της ΕΕ ίσως δημιουργήσει και στην ίδια και σε μας περισσότερα προβλήματα από αυτά που θα μπορούσε να λύσει. Δεν ξεχνώ πόσο βοηθήσαμε την Βουλγαρία και την Ρουμανία να γίνουν μέλη της ΕΕ και του ΝΑΤΟ και πόσο αδιάφορες ήταν αυτές οι δύο χώρες όταν η Ελλάδα είχε προβλήματα.

 

Κι ακόμη, η Συμφωνία των Πρεσπών ενώ εφαρμόστηκε ως προς το όνομα κι έτσι προέκυψε η Βόρεια Μακεδονία, τόσο από την προηγούμενη κυβέρνηση, όσο και από την παρούσα έχουν εγκαταλειφθεί τα υπόλοιπα θέματα που υποτίθεται πως ρύθμιζε. Ούτε κοινή Επιτροπή για τον έλεγχο εφαρμογής της Συμφωνίας ξέρουμε αν υπάρχει, αφού δεν δημοσιεύτηκε τρία χρόνια μετά έστω μία έκθεσή της, ούτε τα θέματα της συγγραφής της ιστορίας έχουν προχωρήσει, ούτε με τα θέματα του εμπορίου που σχετίζονται με το όνομαασχολείται κανείς. Και πάντως το Υπουργείο Εξωτερικών, που είναι αρμόδιο για την εφαρμογή της Συμφωνίας, ούτε μπορεί ούτε και θέλει να μας ενημερώσει για την εφαρμογή της. Η ενδεχόμενη εξήγηση πως πχ δεν πάει καλά η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας αυτής και δεν πρέπει να πιέζεται ο Ζάεφ δεν αποτελεί χρήσιμη για τη χώρα μας πολιτική, πρώτον γιατί είναι κοντόφθαλμη και δεύτερον γιατί παγιώνονται καταστάσεις. Θυμίζω, πως με τη Συμφωνία των Πρεσπών η Ελλάδα παραχώρησε το όνομα της γλώσσας και της εθνικότητας στην άλλη πλευρά.

 

Ως προς το μεταναστευτικό, που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της Ελλάδας και ολόκληρης της Ευρώπης, σημειώνω το εξής: η ΕΕ αποτελεί γεωπολιτική ενότητα προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η αντοχή των κρατών και των πολιτών της, όμως, έχει όρια που έχουν ξεπεραστεί τόσο για οικονομικούς λόγους, όσο και για λόγους ασφάλειας. Οι ανυπεράσπιστοι πολίτες της ζητούν προστασία. Έχοντας βαθειά κατανόηση των όσων συμβαίνουν μπορώ να πω, ότι η ΕΕ κλείνει τα μάτια στην ουσία του μεταναστευτικού προβλήματος. Τα όσα ακούγονται πως θα περιλαμβάνει το Νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο είναι απογοητευτικά. Μία από τα ίδια, με τα ισχύοντα σήμερα. Η αποτροπή της παράνομης εισόδου μεταναστών φαίνεται να μην έχει θέση στις διαμορφωνόμενες νέες πολιτικές. Οι ανεξέλεγκτες καταστάσεις είναι προ των πυλών. Η Ελλάδα δεν πρέπει να συνυπογράψει μια τέτοια συμφωνία.

 

Τέλος, λίγες μόνο λέξεις για τα ενεργειακά ως θέμα και εξωτερικής πολιτικής: η πολιτική των ΑΠΕ είναι κεντρική πολιτική μας και πολύ σωστά. Η κλιματική αλλαγή το επιβάλλει. Δεν χρειάζονται πολλά λόγια ως προς αυτό. Ωστόσο, η μετάβαση αφορά τουλάχιστον τις επόμενες δύο δεκαετίες. Σε αυτό το χρονικό διάστημα η Ελλάδα, όπως κάνουν και όλες οι χώρες τις ΕΕ που έχουν κοιτάσματα ορυκτού πλούτου, πρέπει να κοιτάξει τις ανάγκες της και το πως μπορεί να τις καλύψει. Να αντικαταστήσει σταδιακά το πετρέλαιο με φυσικό αέριο και να αξιοποιήσει τα κοιτάσματά της. Επαναλαμβάνω, για το ευρύ μεταβατικό διάστημα. Αντί, όμως, για αυτό από το 2015 οι κυβερνήσεις της χώρας σταμάτησαν κάθε προσπάθεια. Ακατανόητη ενέργεια, χωρίς περιβαλλοντική προστιθέμενη αξία. Αλλά αντίθετα με μεγάλη ζημία για την Ελλάδα.

 

 

 

 

 

V. Η εισήγησή μου τελειώνει εδώ. Η ευρύτητα του θέματος δεν επέτρεψε την εμβάθυνση ούτε και την αναφορά σε όλα τα θέματα. Επέλεξα να σταθώ στα πιο επίμαχα από αυτά. Ο στόχος μου ήταν, και γενικότερα είναι διπλός. Να συνδυάσω τον πατριωτικό χαρακτήρα της εξωτερικής πολιτικής που πιστεύω πως η χώρα οφείλει να ασκεί, με την επισήμανση πως ο πατριωτισμός συνδυάζεται απόλυτα με τη μεταρρυθμιστική και θεσμική φυσιογνωμία που πρέπει να αποκτήσει η παράταξη στην οποία έχω την τιμή να ανήκω. Και ως τελικό συμπέρασμα αναφέρω:

η εξωτερική πολιτική μας εδράζεται σε τρεις και αναντικατάστατους άξονες:

α. Στην ικανότητα Εθνικής Ασφάλειας και Αποτροπής

β. Στις πολύπλευρες Διπλωματικές Συμμαχίες

γ. Στη σταθερή διασύνδεση Εθνικής Ομοψυχίας και Λαϊκής Ενότητας

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ