ΓΝΩΜΕΣ
Ελληνική εξωτερική πολιτική: Όταν η Ευρώπη στηρίζει, γιατί η Ελλάδα διστάζει;
Γράφει στο The Socialist ο Νικόλας Φαραντούρης*
Η δυστοκία και οι παλινωδίες στην εξωτερική μας πολιτική αντανακλούν την εσωτερική πολιτική καχεξία της κύβερνησης. Ένας ακόμη σοβαρός λόγος για την άμεση προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, την οποία ζήτησε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Ν. Ανδρουλάκης την περασμένη εβδομάδα στη Βουλή.
Εξηγούμαι:
Η διεθνής πραγματικότητα όπως την γνωρίζαμε τα τελευταία χρόνια μεταβάλλεται με ταχύτητα και ένταση που δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού. Η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, με επίκεντρο τη σύγκρουση στο Ιράν, έχει επηρεάσει ήδη την παγκόσμια οικονομία: από την ενέργεια και τις μεταφορές έως την αγροτική παραγωγή και τη βιομηχανία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον αστάθειας, τα κράτη που επιβιώνουν και ισχυροποιούνται είναι εκείνα που διαθέτουν στρατηγική πυξίδα, αυτοπεποίθηση και βούληση να ασκήσουν τα δικαιώματά τους.
Η Ελλάδα, ωστόσο, κινείται σε ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο γεωπολιτικό υποσύστημα, όπου ο τουρκικός αναθεωρητισμός παραμένει η βασική και διαρκής πρόκληση. Η Άγκυρα δεν αρκείται σε ρητορικές αμφισβητήσεις, αλλά προχωρά σε συγκεκριμένες ενέργειες που επιχειρούν να δημιουργήσουν τετελεσμένα. Η έκδοση NAVTEX αορίστου διάρκειας στο Αιγαίο, οι δηλώσεις περί «συντονισμού» ερευνών με τις τουρκικές αρχές, η απαίτηση αποστρατιωτικοποίησης ελληνικών νησιών, αλλά και η μεταφορά 6 πολεμικών αεροσκαφών στα κατεχόμενα, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της στρατηγικής.
Απέναντι σε αυτή τη στάση η ελληνική εξωτερική πολιτική εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια εγκλωβισμένη σε μια λογική διαχείρισης (ή ακόμη χειρότερα υπεκφυγής) της έντασης, αντί για διαμόρφωση πρωτοβουλιών. Η επίκληση «ήρεμων νερών» μπορεί να εξυπηρετεί βραχυπρόθεσμες επικοινωνιακές ανάγκες, δεν συνιστά όμως στρατηγική. Αντιθέτως, κινδυνεύει να εκληφθεί ως αδυναμία ή ως σιωπηρή αποδοχή μιας πραγματικότητας που διαμορφώνεται εις βάρος μας.
Κι όμως, πριν από λίγες ημέρες, η Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Ύπατη Εκπρόσωπος για την Εξωτερική Πολιτική και Ασφάλεια Κάγια Κάλας, απαντώντας σε σχετική ερώτησή μου από τις 29 Ιανουαρίου, έκανε κάποια σχόλια με ιδιαίτερη σημασία. Αναγνώρισε ρητά ότι η Τουρκία «αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία, τα κυριαρχικά δικαιώματα και τη δικαιοδοσία» σβήνοντας κάθε περιθώριο παρερμηνειών. Ακόμη πιο κρίσιμη είναι η σαφής επισήμανση ότι η Τουρκία οφείλει να σέβεται πλήρως τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών-μελών, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος εξερεύνησης και εκμετάλλευσης φυσικών πόρων σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.
Πρόκειται για μια τοποθέτηση με βαρύνουσα πολιτική και νομική σημασία. Δεν είναι απλώς μια διπλωματική διατύπωση· είναι μια ευρωπαϊκή επιβεβαίωση ότι η Ελλάδα έχει το δικαίωμα –και, σε τελική ανάλυση, την υποχρέωση– να ασκήσει πλήρως τα κυριαρχικά της δικαιώματα.
Και εδώ ανακύπτει το κρίσιμο ερώτημα: γιατί αυτή η δυνατότητα δεν μεταφράζεται σε πράξη;
Στην ελληνική-θουκυδίδεια αλλά και την κινεζική (Σουν Τσου) φιλοσοφία και στρατηγική, η αρμονία στο εσωτερικό ενός κράτους είναι θεμελιώδης παράγοντας που επηρεάζει την επιτυχία στις εξωτερικές επιδιώξεις. Το τελευταίο διάστημα, ένα νέο σκάνδαλο ξεσπά σχεδόν σε καθημερινή βάση. Η εσωτερική εικόνα της χώρας δεν ενισχύει τη διεθνή της θέση. Υποθέσεις που πλήττουν την εμπιστοσύνη των πολιτών –είτε αφορούν τη διαχείριση δημόσιων πόρων είτε ζητήματα θεσμικής λειτουργίας– δημιουργούν ένα περιβάλλον εσωστρέφειας. Όμως, η εξωτερική πολιτική απαιτεί ακριβώς το αντίθετο: διαφάνεια, αξιοπιστία και εθνική αυτοπεποίθηση.
Η κριτική δεν αποσκοπεί στην αποδυνάμωση της εθνικής γραμμής· αποσκοπεί στην ενίσχυσή της. Διότι σήμερα υπάρχουν τα εργαλεία για μια πιο ενεργητική πολιτική. Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, η σαφής ευρωπαϊκή στήριξη και η γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας συγκροτούν ένα πλαίσιο που επιτρέπει πρωτοβουλίες, όχι αναμονή.
Η χώρα μας δεν μπορεί να περιορίζεται σε αντιδράσεις απέναντι στις κινήσεις της άλλης πλευράς. Οφείλει να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της ως παράγοντα σταθερότητας και ταυτόχρονα ως δρώντα με σαφείς στόχους. Αυτό σημαίνει αξιοποίηση των συμμαχιών, διεύρυνση της διπλωματικής παρουσίας και, κυρίως, σαφήνεια ως προς το τι επιδιώκουμε.
Την δεκαετία του 1980 ο Ανδρέας Παπανδρέου υπερέβη τα στερεότυπα της ελληνική εξωτερικής πολιτικής, καθιστώντας τη χώρα συνομιλητή με όλες τις πλευρές της γεωπολιτικής σκακιέρας. Η επιτυχία του ήταν ότι προσέδωσε στην Ελλάδα τη δύναμη της αυτενέργειας σε μια δύσκολη περίοδο. Κρίνοντας από τον τρόπο που η σημερινή Κυβέρνηση χειρίζεται τα θέματα, είναι προφανές ότι επιβάλλεται αλλαγή πλεύσης, κάτι για το οποίο έχουμε (εγγράφως πλέον) και τη στήριξη των Βρυξελλών.
Η ιστορία της Ελλάδας δείχνει ότι τίποτε δεν ήταν προδιαγεγραμμένο. Οι εθνικές επιτυχίες καθορίστηκαν από επιλογές –σωστές ή λανθασμένες– και όχι από κάποια αναπόφευκτη μοίρα. Σήμερα βρισκόμαστε και πάλι σε μια τέτοια ώρα αποφάσεων.
Σε έναν κόσμο που αναδιατάσσεται, η αδράνεια δεν είναι ουδετερότητα· είναι απώλεια εδάφους. Αντιθέτως, η στρατηγική σκέψη, η προσήλωση στο εθνικό συμφέρον και η αξιοποίηση του διεθνούς δικαίου μπορούν να μετατρέψουν τις προκλήσεις σε ευκαιρίες.
Η Ελλάδα διαθέτει τα μέσα. Το ζητούμενο είναι η πολιτική βούληση. Κι αυτή απουσιαάζει. Γι’ αυτό είναι ώρα για πολιτιή αλλαγή. Και στην εξωτερική μας πολιτική.
*Ο Νικόλας Φαραντούρης είναι ευρωβουλευτής, Καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Διδάκτωρ Νομικής Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.
