ΕΡΕΥΝΑ: Αναγκαία μία νέα στρατηγική για αύξηση εμβολιασμών

Με τα ζητήματα της πανδημίας, του εμβολιασμού και της επίτευξης όρων βιώσιμης μετάβασης από την περίοδο της υγειονομικής, οικονομκής και κοιννωνικής κρίσης να κυριαρχούν στο δημόσιο διάλογο, το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ σε συνεργασία, με την εταιρεία ερευνών Prorata διεξήγαγε έρευνα κοινής γνώμης από την 1η έως και τις 7 Οκτωβρίου με στόχο τη σκιαγράφηση του προφίλ των εμβολιασμένων και μη εμβολιασμένων πολιτών[1], με το ΕΝΑ να δημοσιεύει το πρώτο μέρος της.

Σε ό,τι αφορά τους εμβολιασμένους, με βάση τα πρώτα ευρήματα της έρευνας, την απόφαση για εμβολιασμό τροφοδοτούν δύο βασικοί παράγοντες. Αφενός η ατομική έγνοια για την προσωπική υγεία, αφετέρου το συλλογικό ενδιαφέρον για την προστασία του κοινωνικού συνόλου και των οικείων προσώπων.

Επιπρόσθετα, ως κύρια πηγή για την καλλιέργεια εμπιστοσύνης προς τον εμβολιασμό αναγνωρίζονται οι ειδικοί που παρεμβαίνουν στο δημόσιο διάλογο και δευτερευόντως ο προσωπικός ιατρός.  Αντίθετα με την εμπιστοσύνη που εμφανίζεται να προκαλεί η επιστημονική κοινότητα σε όσους αποφασίζουν να εμβολιαστούν, η κυβερνητική εκστρατεία, η στάση των πολιτικών κομμάτων ή η Εκκλησία εμφανίζονται να διαδραματίζουν ελάχιστο ρόλο στη διαμόρφωση της σχετικής απόφασης.

Σε ό,τι αφορά τους μη εμβολιασμένους, η απόφαση για μη εμβολιασμό τροφοδοτείται από δύο κυρίως πηγές. Πρώτον, από την ατομική έγνοια για την προσωπική υγεία, δηλαδή από την ανησυχία για άμεσες ή ενδεχόμενες παρενέργειες του εμβολίου. Δεύτερον, από την ενόχληση που προκαλείται από την πίεση που θεωρούν ότι ασκείται για εμβολιασμό. Από εκεί και πέρα ως άλλες πηγές, λιγότερο σημαντικές και με σειρά κατάταξης αναφέρονται τα «έχω ήδη νοσήσει από Covid-19», «δεν πιστεύω ότι κινδυνεύω σοβαρά από τον Covid-19», «γιατί τα εμβόλια δεν είναι τόσο αποτελεσματικά», «γιατί δεν μου το επιτρέπει κάποιο θέμα υγείας που έχω», «για θρησκευτικούς λόγους».

Από τα παραπάνω ευρήματα προκύπτουν τρεις διαπιστώσεις:

  • Για την πλειονότητα των μη εμβολιασμένων το κίνητρο για την απόφασή τους είναι η ατομική έγνοια για την προσωπική υγεία. Δηλαδή, αν και αναγνωρίζουν την απειλή του κορονοϊού, εντέλει θεωρούν ότι κινδυνεύουν περισσότερο από τις εκτιμώμενες από εκείνους επιπτώσεις του εμβολιασμού.
  • Για σημαντική μερίδα των μη εμβολιασμένων η αίσθηση άσκησης «πίεσης» για εμβολιασμό φαίνεται να λειτουργεί ως αντικίνητρο και ανασταλτικός παράγοντας. Δηλαδή δεν διατυπώνεται μια επί της αρχής επιφύλαξη προς τον εμβολιασμό καθαυτό, αλλά μια αντίδραση στην πρακτική με την οποία επιλέγεται αυτός να υλοποιηθεί.
  • Με την εξαίρεση των «θρησκευτικών πεποιθήσεων», δηλαδή μιας δογματικής άρνησης, που όμως φαίνεται να διαδραματίζουν περιθωριακό ρόλο εν προκειμένω, τα υπόλοιπα επιχειρήματα φανερώνουν αδύναμη, ατελή και –για μια σημαντική μερίδα του πληθυσμού– αντίθετου αποτελέσματος στρατηγική επικοινωνίας και πειθούς για τον εμβολιασμό.

Αυτή ίσως αποτελεί και την κρίσιμη παράμετρο της πλειοψηφικής απάντησης στο ερώτημα που απευθύνεται στους μη εμβολιασμένους και αφορά την πιθανότητα να αποφασίσουν να εμβολιαστούν εντός των επόμενων 12 μηνών. Στην ερώτηση αυτή το 23% απαντάει πως είναι «πολύ απίθανο» να εμβολιαστεί και το 53% δηλώνει «βέβαιο» ότι δεν θα εμβολιαστεί.

Άρα, στη βάση αυτών των ευρημάτων, για την αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης φαίνεται να απαιτείται μια διαφορετική στρατηγική προσέγγισης και πειθούς ενός σημαντικού μέρους του πληθυσμού, το οποίο, διατυπώνοντας μη δογματικές –λιγότερο ή περισσότερο εύλογες ή και προσχηματικές–ανησυχίες και επιφυλάξεις μέχρι και τώρα, δεν πείθεται για την αξία του εμβολιασμού, σε επίπεδο τόσο ατομικής όσο και συλλογικής προστασίας.

Διερευνώντας τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά εμβολιασμένων και μη εμβολιασμένων, παρατηρούμε ότι, με βάση την αυτοτοποθέτηση στον άξονα «Αριστερά – Δεξιά», οι «αριστεροί» είναι εκείνοι στους οποίους καταγράφεται το μικρότερο ποσοστό μεταξύ των μη εμβολιασμένων (14%). Στους «κεντρώους», πάλι, καταγράφεται το μεγαλύτερο (39%), ενώ στους «δεξιούς» το δεύτερο μεγαλύτερο (27%). Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι μεταξύ των εμβολιασμένων οι «κεντρώοι» είναι, πάλι, εκείνοι στους οποίους καταγράφεται το μεγαλύτερο ποσοστό (39%), ακολουθούμενοι από τους «δεξιούς» (28%) και τους «αριστερούς» (26%). Διαπιστώνουμε δηλαδή ότι για το «Κέντρο» και τη «Δεξιά» υπάρχει ένας διαμοιρασμός μεταξύ εμβολιασμένων και μη, ενώ για την «Αριστερά» η πλάστιγγα γέρνει σαφώς υπέρ του εμβολιασμού. Ενδιαφέρον είναι ακόμη ότι το 20% των μη εμβολιασμένων προκύπτει από τη δεξαμενή όσων θεωρούν χωρίς νόημα τη διάκριση «Αριστερά – Δεξιά».

Αν λάβουμε υπόψη την εγγύτητα των ερωτώμενων προς συγκεκριμένες πολιτικές/ιδεολογικές έννοιες, μεταξύ άλλων διαπιστώνουμε μια φαινομενικά αντιφατική εικόνα, η οποία όμως συνδέεται με τα παραπάνω ευρήματα. Έτι λοιπόν, οι έννοιες «πατριωτισμός» και «περιβαλλοντισμός» είναι εκείνες των οποίων οι υποστηρικτές δίνουν πολύ υψηλές τιμές τόσο μεταξύ των εμβολιασμένων (3η και 1η) όσο και των μη εμβολιασμένων (1η και 2η). Σε ό,τι αφορά τους πρώτους ο εμβολιασμός μοιάζει κατανοείται και ως μία πράξη προστασίας της συλλογικότητας (βλ. «πατριωτισμός») και των θεμελιακών συνθηκών ύπαρξής μας  σε περίοδο ευρύτερης συνειδητοποίησης της κλιματικής κρίσης (βλ. «περιβαλλοντισμός»). Σε ό,τι αφορά τους δεύτερους ο «πατριωτισμός» συνδέεται έντονα με τη «δεξιά» αυτοτοποθέτηση (υψηλές τιμές σημειώνει μεταξύ των μη εμβολιασμένων και ο «εθνικισμός») η οποία είδαμε ότι είναι ισχυρή στους μη εμβολιασμένους, ενώ ο «περιβαλλοντισμός» φαίνεται να συνδέεται με τη δυσπιστία απέναντι στην επιστήμη και την τεχνολογία, που περισσότερο από απάντηση στα προβλήματα και τις κρίσεις νοούνται ως παραγωγοί τους, θέση που εκφράζει ένα βιταλιστικό σκέλος του περιβαλλοντικού κινήματος.

Περνώντας στην αποτίμηση της κυβερνητικής διαχείρισης της πανδημίας, σε ό,τι αφορά το υγειονομικό σκέλος, μεταξύ των εμβολιασμένων πλειοψηφεί η αρνητική διάθεση: το 47% την κρίνει από «αρκετά» ως «πολύ επιτυχημένη», ενώ το 52% από «λίγο» ως «καθόλου επιτυχημένη». Στους μη εμβολιασμένους τα αντίστοιχα ποσοστά είναι στο 4% και στο 95%, δηλαδή υπάρχει μια συντριπτική, στα όρια της καθολικής, αρνητική αποτίμηση. Σε ό,τι αφορά το οικονομικό σκέλος της διαχείρισης, τα αντίστοιχα ποσοστά των εμβολιασμένων (47% και 54%) και των μη εμβολιασμένων (8% και 91%) είναι παρεμφερή.

 

Από τα παραπάνω, επομένως, συνάγεται ότι η απόφαση για εμβολιασμό ή μη εμβολιασμό διασταυρώνεται και με τη δυναμική των πολιτικών εξελίξεων, υπό τις εξής δύο έννοιες. Από τη μία, μεταξύ όσων έχουν εμβολιαστεί διαπιστώνεται η πλειοψηφική απόρριψη της κυβερνητικής διαχείρισης, αλλά με όρους που παραπέμπουν στους κεντρικοπολιτικούς συσχετισμούς. Από την άλλη, μεταξύ των μη εμβολιασμένων, η δυσπιστία απέναντι στον εμβολιασμό πλαισιώνεται από μια καθολική αμφισβήτηση της κυβερνητικής επίδοσης στη διαχείριση της πανδημίας. Αυτή η αμφισβήτηση φαίνεται να έχει δύο πτυχές. Αφενός μια αντικυβερνητική, δηλαδή μια εναντίωση στον τρόπο με τον οποίο η συγκεκριμένη κυβέρνηση έχει αποφασίσει να διαχειριστεί την πανδημία και την εμβολιαστική εκστρατεία. Αφετέρου μια ευρύτερη «αντι-συστημική» ή και «αντι-πολιτική», που σχετίζεται με διαχρονικότερες τάσεις/εκδηλώσεις κρίσης εμπιστοσύνης και κρίσης θεσμών.

Από το σύνολο των παραπάνω ευρημάτων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ρυθμός των νέων εμβολιασμών κρίνεται ως μη ικανοποιητικός από τους αρμόδιους φορείς, ενώ και η εμβολιαστική κάλυψη υπολείπεται του ευρωπαϊκού μ.ό. ή και των από την Πολιτεία επιδιωκόμενων στόχων, προκύπτουν τα εξής:

Η κυβερνητική στρατηγική, στη βάση μιας λογικής «προνομίων», «ποινών»/«αποκλεισμών» και ατομικής «υπευθυνότητας»/«ρίσκου», εκ του αποτελέσματος δεν έχει φανεί επαρκής. Και όχι μόνον αυτό, αλλά μοιάζει να υποδαυλίζει μια συμβολική διαίρεση μεταξύ εμβολιασμένου και μη εμβολιασμένου πληθυσμού –η οποία φαίνεται να επιχειρείται να συντηρηθεί και ως κεντρικοπολιτική πόλωση- που φαίνεται να παράγει τα αντίθετα αποτελέσματα.

Η πόλωση που προκαλείται δεν επιτρέπει την κατανόηση της ετερογένειας του πληθυσμού των μη εμβολιασμένων. Η δε προσέγγισή του, όχι ορθά, όπως φαίνεται από τα ευρήματα της έρευνας, ως ενιαίου και ομοιογενούς, διαμορφώνει και εξ αντανακλάσεως ευνοϊκό έδαφος για την επιδραστικότητα της ανορθολογικής αντιεμβολιαστικής προπαγάνδας. Η οποία, σύμφωνα και με πρόσφατη μελέτη για τα κοινωνικά  δίκτυα (Σμυρναίος, Παπαευαγγέλου, Τσιμπούκης, 2021), κυριαρχείται από ακροδεξιές και εν γένει αντιδημοκρατικές δυνάμεις.

Λαμβάνοντας αυτά υπόψη και σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, για την ενίσχυση του ρυθμού νέων εμβολιασμών και την αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης, χρειάζεται η έγκληση μέρους του μη εμβολιασμένου πληθυσμού, κάτι για το οποίο φαίνεται να απαιτείται άλλο μείγμα στην εκστρατεία πειθούς και σίγουρα όχι η λογική της παραίτησης «η Πολιτεία δεν έχει κάτι άλλο να κάνει».

 

* Aνάλυση των

Παναγιώτη Σκευοφύλακα, Γενικού Διευθυντή ΕΝΑ & Νίκου Ερηνάκη, Επιστημονικού Διευθυντή ΕΝΑ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ