Γιώργος Καμίνης: “Η σοσιαλδημοκρατία επιδιώκει την εμβάθυνση της δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα.”

H oμιλία του Βουλευτή Επικρατείας του Κινήματος Αλλαγής, Γιώργου Καμίνη, στην διαδικτυακή εκδήλωση με θέμα: "Σοσιαλδημοκρατία-Νέες Απαντήσεις μετά την πανδημία"

Αναλυτικά η ομιλία του Βουλευτή Επικρατείας, Γιώργου Καμίνη:

 

Πολλοί υποστηρίζουν πως δεν είναι δυνατό να μιλάμε ακόμη για σοσιαλδημοκρατία, όταν η παραδοσιακή εκλογική της βάση, δηλαδή η εργατική τάξη της βιομηχανικής κοινωνίας, ολοένα και λιγοστεύει ή για την ακρίβεια τείνει να εξαφανιστεί. ‘Η ότι η παγκοσμιοποίηση καθιστά πλέον αδύνατη την κοινωνική δικαιοσύνη στο πλαίσιο του εθνικού κράτους. Η απάντηση βεβαίως  σε όλα αυτά είναι πως δεν επιδιώκουμε να νεκραναστήσουμε τις ιστορικές προϋποθέσεις που γέννησαν τη σοσιαλδημοκρατία, αλλά να εφαρμόσουμε στη σύγχρονη πραγματικότητα τα δύο βασικά χαρακτηριστικά της: Τα δύο συνθετικά του ονόματός της, χάρη στα οποία δικαίως η σοσιαλδημοκρατία επαίρεται πως είναι το πολιτικό κίνημα με τα σημαντικότερα επιτεύγματα στον 20ο αιώνα:  Δημοκρατία και Σοσιαλισμός. Το δεύτερο, βέβαια, όχι με τη μαρξιστική έννοια της κοινοκτημοσύνης των μέσων παραγωγής, αλλά με τη μετριοπαθή εκδοχή της διαρκούς τάσης προς την κοινωνική ισότητα. Σε κάθε περίπτωση πάντως σήμερα, όπως και στην περίοδο της ακμής της σοσιαλδημοκρατίας, πρέπει να τα δούμε και τα δύο αλληλένδετα. Να εντοπίσουμε τους αρμούς της συνομιλίας μεταξύ δημοκρατίας και σοσιαλισμού και να παρακολουθήσουμε τη δυναμική της.

 

Τις τελευταίες δεκαετίες η σοσιαλδημοκρατία δεν έχει διαμορφώσει ένα συνεκτικό, ή μάλλον συναρπαστικό, αφήγημα. Μιλά διαρκώς για κοινωνική αλληλεγγύη και μείωση των ανισοτήτων. Καλά είναι αυτά, αλλά το ζητούμενο για τα λαϊκά στρώματα είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι το όραμα της κοινωνικής ανέλιξης.  Στην πράξη, η σοσιαλδημοκρατία αδυνατεί να συνεχίσει την μεταπολεμική παράδοση της διαρκούς ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας που ήταν το χαρακτηριστικό της μέχρι και τη δεκαετία ‘80-’90. Για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η γενιά που βρίσκεται στην ακμή της παραγωγικής της ηλικίας αισθάνεται το κεφάλι της να προσκρούει διαρκώς σε  ένα συμπαγές και αδιαπέραστο ταβάνι. Οι σημερινοί τριαντάρηδες-σαραντάρηδες αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι θα ζήσουν χειρότερα από τους γονείς τους και η σοσιαλδημοκρατία αδυνατεί να απαντήσει στις αγωνίες τους. Αυτή την αίσθηση της ματαίωσης καλούμαστε σήμερα, όχι απλώς να διαχειριστούμε, αλλά να της δώσουμε διέξοδο. Γιατί αυτή είναι που οδηγεί τα λαϊκά στρώματα στην αγκαλιά των κάθε είδους δημαγωγών· της δεξιάς ή της αριστεράς, που είναι διατεθειμένοι να υποσχεθούν τα πάντα στους πάντες. Και επειδή οι λαϊκιστές δίνουν αφειδώς υποσχέσεις που αδυνατούν να τηρήσουν, εφευρίσκουν παντού εχθρούς.’Ομως, η εχθροπάθεια στη δημοκρατία είναι ο ασφαλέστερος οδηγός προς τον αυταρχισμό. Αντίθετα λοιπόν προς τους λαϊκιστές για τους οποίους η εχθροπάθεια είναι το οξυγόνο τους, η σοσιαλδημοκρατία έχει μια μεγάλη παράδοση αγώνων αλλά και δημιουργικών συμβιβασμών.

 

Μέσα από τις συναινέσεις και όχι από τη διαρκή διχόνοια κερδίζεις την πολιτική ηγεμονία ή για να θυμηθώ τον Λεωνίδα Κύρκο, προωθείς το συνολικό μέτωπο της δημοκρατίας. Βοηθάς δηλαδή να εκφραστούν οι πιο υγιείς δυνάμεις, όχι μόνο μέσα στο δικό σου κόμμα, αλλά σε ολόκληρο το δημοκρατικό πολιτικό φάσμα. 

 

Γνωρίζουμε πως η παγκόσμια οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 και στη συνέχεια η πανδημία που συνεχίζεται έχουν διευρύνει έτι περαιτέρω τις ανισότητες σε ολόκληρη την υφήλιο. Στην Αμερική για παράδειγμα βλέπουμε να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας μια τραγωδία. Το χρηματιστήριο διαρκώς ανεβαίνει, την ίδια στιγμή που χιλιάδες άνθρωποι βγαίνουν στην ανεργία ή κλείνουν τις επιχειρήσεις τους ή βλέπουν τα εισοδήματά τους να μειώνονται δραματικά. Η άνοδος του χρηματιστηρίου οφείλεται στη δραστική αύξηση των κερδών που η πανδημία έφερε στα ταμεία των κολοσσών της ψηφιακής τεχνολογίας. Google, Amazon, Facebook κ.λπ. Και στην Ε.Ε. οι εταιρείες αυτές κατορθώνουν ακόμη να μην φορολογούνται παρά ελάχιστα. Επωφελούνται από το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έχει προχωρήσει ελάχιστα στο δημοσιονομικό επίπεδο. Για χρόνια η Αριστερά αυτά τα ζητήματα δεν τα άγγιζε παρά μόνον επιφανειακά, κυρίως γιατί ένα μεγάλο τμήμα της ήταν αμφίθυμο απέναντι στο εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης. ‘Ομως αν κάτι μας φανέρωσε η οικονομική κρίση του 2008 και η πανδημία, είναι ότι καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν μπορεί πια να σταθεί μόνη της. Η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι μονόδρομος. Μόνον έτσι θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τον παγκόσμιο ανταγωνισμό αλλά και να δαμάσουμε το μεγάλο κεφάλαιο που φοροδιαφεύγει, εκμεταλλευόμενο την απεριόριστη κινητικότητα που του προσφέρει η παγκοσμιοποίηση. Για να το πω και αλλιώς : η σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη ή θα αποκτήσει ευρωπαϊκή συνείδηση ή θα αφανιστεί.

 

Για χρόνια η αριστερά, ιδίως η ευρωπαϊκή αριστερά, παραδόθηκε στη λογική του “τρίτου δρόμου” των Κλίντον και Μπλερ. Θεωρώντας πια δεδομένη την επικράτηση του καπιταλιστικού συστήματος,  περιόρισε το ενδιαφέρον της σε μια απλή βελτίωση του κοινωνικού κράτους και στο ζήτημα των ταυτοτήτων. Σήμερα, όμως, λόγω και της πανδημίας, έχει ανοίξει για τα καλά η συζήτηση γύρω από τον ίδιο τον πυρήνα του σοσιαλισμού. Δηλαδή την οικονομία και τις σχέσεις παραγωγής. Ουδείς βεβαίως αμφισβητεί σήμερα, με όρους σοβαρότητας, την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. ‘Ολοι έχουμε πια καταλάβει ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία στην οικονομία, όπως παντού άλλωστε, μπορεί να λειτουργήσει και ως κινητήρια δύναμη της κοινωνίας συνολικά και όχι μόνον ως μια εγωιστική περιπέτεια ενός ανθρώπου. Σοβαροί διανοούμενοι, πάντως, όπως ο Τομά Πικετί, θέτουν πια ανοιχτά ζητήματα που μέχρι πρό τινος βρίσκονταν στο περιθώριο της ατζέντας της αριστεράς. Για παράδειγμα, η δραστική φορολόγηση του πλούτου ή το σύστημα διακυβέρνησης των μεγάλων και μεσαίων επιχειρήσεων. Ο Πικετί θέτει το ζήτημα της συμμετοχής των εργαζομένων στα ΔΣ των εταιρειών και της συναπόφασης μαζί με τους μετόχους. Και ο ίδιος μας θυμίζει, ότι τόσο η προοδευτική φορολογία όσο και ο “συμμετοχικός σοσιαλισμός”, όπως τον αποκαλεί, έχουν στο παρελθόν δοκιμαστεί με επιτυχία στην  Ευρώπη, σε χώρες όπως η Γερμανία και η Σουηδία. Καμιά, συνεπώς,  από τις προτάσεις αυτές δεν είναι απολύτως καινούργια.

 

Η δοκιμασία που μας περιμένει, συνεπώς,  είναι η αναμέτρηση με τον καπιταλισμό και όχι απλώς με τη συντήρηση. Αναμέτρηση ασφαλώς που θα γίνει υπό το φως της πείρας δεκαετιών και με βάση τις οδυνηρές εμπειρίες του κομμουνιστικού κρατισμού. 

 

Αναμέτρηση δεν σημαίνει ότι θα διαφωνήσουμε στα πάντα με τους πολιτικούς  μας αντιπάλους. Ιδίως στην Ελλάδα, όπου επί δεκαετίες έχει κυριαρχήσει η ακραία πόλωση, οφείλουμε κάποια στιγμή να συμφωνήσουμε πάνω σε ορισμένες στοιχειώδεις παραδοχές. Για παράδειγμα, στο ασφαλιστικό σύστημα. Στην προχθεσινή συζήτηση που διοργάνωσε η Διανέοσις ήταν φανερό πως για να αντέξει η κεφαλαιοποιητική μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας θα χρειαστεί μια πολιτική συναίνεση με βάθος δεκαετιών.

 

Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι η δύναμη της σοσιαλδημοκρατίας έγκειται και στο ότι η ίδια υπήρξε ένα εργαστήρι ιδεών που εφαρμόστηκαν στο παρελθόν και έθεταν σε αμφισβήτηση θεμελιώδεις παραδοχές της ελεύθερης αγοράς και του καπιταλισμού. Εξίσου σημαντικό όμως είναι ότι οι κατακτήσεις αυτές επικράτησαν μεν μετά από σκληρούς αγώνες, η ακτινοβολία τους όμως ήταν τέτοια, ώστε τελικά απέσπασαν τη συναίνεση και των αντιπάλων. Τα επιτεύγματα της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας είναι ηγεμονικού χαρακτήρα, διότι βασικοί πυλώνες της πολιτικής της τελικά υιοθετήθηκαν και από τους αντιπάλους της. Για αυτό η σοσιαλδημοκρατία επιδιώκει την εμβάθυνση της δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα. Ως δύναμη προοδευτική, χωρίς δογματικές αγκυλώσεις, η σοσιαλδημοκρατία επιδιώκει τη διαβούλευση, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής. 

‘Ετσι θα κατορθώσει και στη χώρα μας να κατακτήσει την πολιτική ηγεμονία.    

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ