ΓΝΩΜΕΣ
Η “αγωνία” του Μαξίμου για τους “συνομιλητές” του ΠΑΣΟΚ
Γράφει ο Γαβρής Αγγελος.
Η δημόσια συζήτηση που πυροδοτήθηκε από την –καθόλου τυχαία– παρέμβαση του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη για το «με ποιους μιλάει ή δεν μιλάει το ΠΑΣΟΚ» αποκαλύπτει μια δυσώδη πολιτική πραγματικότητα που πλέον δεν κρύβεται πίσω από ευφημισμούς. Η Νέα Δημοκρατία, βλέποντας την εκλογική της φθορά να βαθαίνει και γνωρίζοντας πως το ΠΑΣΟΚ έχει πλέον τον θεσμικό ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, επιχειρεί να χαράξει γραμμές πειθαρχίας που δεν της αναλογούν. Η πορεία προς τις εθνικές εκλογές δεν αφορά μόνο ποσοστά, αλλά τον ίδιο τον χαρακτήρα της δημοκρατίας: ποιος συνομιλεί με ποιον, ποιος ενοχλείται, ποιος θέλει να ελέγχει τον δημόσιο διάλογο.
Το γεγονός ότι κυβερνητικά στελέχη θεώρησαν σκόπιμο να υποδείξουν –έστω και υπαινικτικά– σε ένα κόμμα της αντιπολίτευσης με ποιους επιτρέπεται να συνομιλεί, είναι από μόνο του δηλωτικό της πολιτικής αγωνίας που επικρατεί στο Μέγαρο Μαξίμου. Η προσπάθεια να παρουσιαστεί το ΠΑΣΟΚ ως «μεταβλητή» σε ένα προαποφασισμένο παιχνίδι συμμαχιών δεν συνάδει με τον κοινοβουλευτικό ρόλο του κόμματος και παραπέμπει σε μια εξουσία που επιδιώκει να ελέγξει όχι μόνο τον πολιτικό χάρτη, αλλά και τον ίδιο τον διάλογο μέσα στον προοδευτικό χώρο.
Όταν το δεύτερο κόμμα της χώρας –με θεσμικό και ιστορικό βάρος– αντιμετωπίζεται από την κυβέρνηση σαν «παράγοντας προς διαχείριση», τότε το πρόβλημα δεν αφορά το ΠΑΣΟΚ, αλλά την ίδια τη δημοκρατική λειτουργία. Η αξιωματική αντιπολίτευση οφείλει και δικαιούται να συνομιλεί με όποια κοινωνική και πολιτική δύναμη επιλέγει, να διαμορφώνει δικές της στρατηγικές, να ηγεμονεύει στον χώρο της Κεντροαριστεράς χωρίς άνωθεν υποδείξεις.
Η ουσία, ωστόσο, κρύβεται αλλού. Ποιοι μέσα στην ευρύτερη Κεντροαριστερά έχουν υιοθετήσει –συνειδητά ή όχι– το κυβερνητικό αφήγημα; Ποιοι λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές της δεξιάς ρητορικής περί «υπευθυνότητας», «συνεργασιών» και «καλών συνομιλητών», την ώρα που η κυβέρνηση επιδιώκει να υποβαθμίσει τον θεσμικό ρόλο του ΠΑΣΟΚ; Η δημόσια συζήτηση έχει αρχίσει ήδη να αποκαλύπτει πρόσωπα και συμπεριφορές που προσεκτικά οικοδομούν γέφυρες προς το κυβερνητικό στρατόπεδο, επιχειρώντας να εγκαθιδρύσουν ένα αφήγημα «αναπόφευκτης» πολιτικής σύμπλευσης.
Σε μια περίοδο όπου οι προκλήσεις για τη δημοκρατία, την κοινωνική συνοχή και το κράτος δικαίου είναι οξυμένες, η Κεντροαριστερά δεν μπορεί να λειτουργεί ως παρακολούθημα κανενός. Το ΠΑΣΟΚ έχει μπροστά του την ευθύνη και την ευκαιρία να αρθρώσει μια καθαρή, πειστική, προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης, χωρίς βαρίδια, χωρίς προσκόμματα, χωρίς τους «καθοδηγητές» που θα ήθελε να επιβάλει η κυβέρνηση. Το πραγματικό διακύβευμα είναι ποιος θα ηγεμονεύσει πολιτικά την επόμενη μέρα – και αυτό δεν καθορίζεται ούτε από υπαινιγμούς ούτε από δελτία Τύπου του Μαξίμου, αλλά από την κοινωνία.
