ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η αθόρυβη άνοδος της «συμβουλοκρατίας» στο ελληνικό Δημόσιο επί ΝΔ – Aπό τα 7εκατ.ευρώ στα 585 εκατ.ευρώ
Γράφει ο Γαβρής Άγγελος
Μια έρευνα του Vouliwatch, που δημοσιεύθηκε στην Η Καθημερινή, καταγράφει μια εντυπωσιακή μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το ελληνικό κράτος τα τελευταία χρόνια. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι συμβάσεις του Δημοσίου με ιδιωτικές εταιρείες παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών — ένας τομέας που, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, γνώρισε εκρηκτική αύξηση κατά την περίοδο διακυβέρνησης Μητσοτάκη.
Το 2019, πριν από την ανάληψη της εξουσίας από τη σημερινή κυβέρνηση, το ελληνικό Δημόσιο είχε υπογράψει 151 συμβάσεις με συμβουλευτικές εταιρείες, συνολικού ύψους 7,1 εκατομμυρίων ευρώ. Έναν χρόνο αργότερα, το 2020, οι συμβάσεις αυξήθηκαν σε 241, με κόστος 11 εκατομμύρια ευρώ. Μέχρι το 2025, ο αριθμός τους είχε φτάσει τις 613, ενώ το συνολικό ποσό εκτινάχθηκε στα 585 εκατομμύρια ευρώ.
Η αύξηση δεν είναι μόνο ποσοτική αλλά και ποιοτική. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το 2024 υπογράφηκαν 569 συμβάσεις, εκ των οποίων 439 με απευθείας ανάθεση. Το 2025, από τις 613 συμβάσεις, οι 403 φέρονται επίσης να ανατέθηκαν χωρίς ανοικτό διαγωνισμό. Παράλληλα, μια μικρή ομάδα εταιρειών φαίνεται να απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των σχετικών δαπανών, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για τη συγκέντρωση πόρων και την ένταση του ανταγωνισμού.
Η πρακτική της αξιοποίησης εξωτερικών συμβούλων δεν είναι ασυνήθιστη σε σύγχρονες διοικήσεις. Ωστόσο, η κλίμακα της αύξησης στην Ελλάδα προκαλεί συζητήσεις για τον ρόλο του κράτους και τα όρια της ιδιωτικής συμμετοχής στη χάραξη και υλοποίηση δημόσιας πολιτικής. Σε ποιους τομείς κατευθύνθηκαν τα 585 εκατομμύρια ευρώ; Πρόκειται για εξειδικευμένες τεχνικές υπηρεσίες ή για στρατηγικές λειτουργίες που μέχρι πρότινος ασκούνταν από μόνιμες δημόσιες δομές;
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η συστηματική ανάθεση κρίσιμων έργων σε ιδιωτικές εταιρείες μπορεί να υπονομεύσει τη θεσμική επάρκεια της δημόσιας διοίκησης, ιδίως όταν συνοδεύεται από υποστελέχωση ή περιορισμένες επενδύσεις σε μόνιμο προσωπικό. Από την άλλη πλευρά, κυβερνητικές πηγές έχουν κατά καιρούς επισημάνει ότι η προσφυγή σε εξωτερικούς συμβούλους επιτρέπει ταχύτερη υλοποίηση σύνθετων έργων, ιδίως σε περιβάλλοντα αυξημένων απαιτήσεων, όπως η απορρόφηση ευρωπαϊκών πόρων.
Η αντιπαράθεση, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη διαχειριστική αποτελεσματικότητα. Αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής λογοδοσίας. Όταν κρίσιμες εισηγήσεις, μελέτες και σχεδιασμοί παράγονται εκτός του στενού πυρήνα της δημόσιας διοίκησης, το ερώτημα μετατοπίζεται από το κόστος στη θεσμική διαφάνεια. Ποιος λογοδοτεί τελικά για τις επιλογές που διαμορφώνουν δημόσιες πολιτικές;
Η συζήτηση για τις συμβάσεις συμβούλων δεν είναι, επομένως, μια τεχνική λεπτομέρεια του προϋπολογισμού. Είναι μια ένδειξη για το πώς μετασχηματίζεται το κράτος στην πράξη — και για το ποιος διαμορφώνει, τελικά, τις αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή των πολιτών.
