ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ
Η ΝΔ χάνει κάθε μέρα τη στήριξη της κοινωνίας – Καμία συγκυβέρνηση με τη Δεξιά!
Σε μια πορεία σταδιακής αλλά πλέον εμφανώς μη αναστρέψιμης αποξένωσης από την κοινωνική της βάση βρίσκεται η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Αγρότες, μεσαία στρώματα, ελεύθεροι επαγγελματίες αλλά και παραδοσιακοί δεξιοί ψηφοφόροι απομακρύνονται με ταχύ ρυθμό, διαμορφώνοντας μια πολιτική συνθήκη που δύσκολα μπορεί να ανατραπεί έως το 2027.
Η ρήξη με τον αγροτικό κόσμο έχει πλέον παγιωθεί. Τα μπλόκα δεν αποτελούν πια ένα πρόσκαιρο μέσο πίεσης, αλλά ένδειξη βαθιάς δυσπιστίας. Οι κινητοποιήσεις όχι μόνο σκληραίνουν, αλλά αποκτούν μαζικά χαρακτηριστικά, με τη στήριξη και άλλων επαγγελματικών ομάδων. Αγρότες που επί δεκαετίες αποτελούσαν εκλογικό στυλοβάτη της Νέας Δημοκρατίας, σήμερα δηλώνουν ανοιχτά ότι δεν πρόκειται να επαναλάβουν την επιλογή τους στις επόμενες εθνικές κάλπες.
Οι λόγοι δεν είναι ασαφείς ούτε συγκυριακοί. Οι αποζημιώσεις που δόθηκαν κρίνονται ανεπαρκείς και καθυστερημένες, ενώ η ευθύνη αποδίδεται σε έναν συνδυασμό διοικητικών χειρισμών και τεχνικών αστοχιών που βαρύνουν το αρμόδιο υπουργείο, τους εμπλεκόμενους φορείς πληρωμών και τους μηχανισμούς ελέγχου. Παράλληλα, η καθυστέρηση στη διαχείριση των εμβολιασμών και της υγειονομικής θωράκισης των ζώων είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια ζωικού κεφαλαίου για χιλιάδες κτηνοτρόφους, οι οποίοι ακόμη αναμένουν αποζημιώσεις.
Το πλήγμα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στις υλικές απώλειες. Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έχει δημιουργήσει ένα γενικευμένο κλίμα απαξίωσης για τον αγροτικό κόσμο. Η εικόνα που καλλιεργήθηκε, ότι όλοι οι αγρότες επωφελούνται από παρατυπίες, ψευδείς δηλώσεις και πλασματικά στοιχεία, θεωρείται από τους ίδιους συλλογική ενοχοποίηση. Στα μπλόκα βρίσκονται σήμερα κατά κύριο λόγο αγρότες που δεν είχαν καμία εμπλοκή σε τέτοιες πρακτικές και οι οποίοι αισθάνονται ότι στοχοποιούνται άδικα. Πρόκειται σε μεγάλο ποσοστό για ψηφοφόρους που προέρχονται από τον χώρο της ΝΔ και πλέον δηλώνουν πολιτικά άστεγοι.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση χάνει έδαφος και στη μεσαία τάξη, εκεί όπου επένδυσε πολιτικά το 2019. Η φορολογική πολιτική για τους ελεύθερους επαγγελματίες, σε συνδυασμό με το τεκμαρτό εισόδημα, προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια και αποτυπώθηκε ήδη στις ευρωεκλογές του 2024. Η ακρίβεια, που διαβρώνει σταθερά το διαθέσιμο εισόδημα, πλήττει ιδιαίτερα τα μικρομεσαία νοικοκυριά, χωρίς τα μέτρα στήριξης να κρίνονται επαρκή ή μόνιμα. Οι φορολογικές ελαφρύνσεις που εξαγγέλλονται για το 2026 αντιμετωπίζονται περισσότερο ως αναγκαία διαχείριση φθοράς παρά ως ουσιαστική απάντηση στα προβλήματα της καθημερινότητας.
Στον τομέα της ενέργειας, η αδυναμία συγκράτησης των τιμών έχει αυξήσει το κόστος παραγωγής σε όλο το φάσμα της οικονομίας. Η στεγαστική κρίση παραμένει οξυμένη, με τις παρεμβάσεις να χαρακτηρίζονται αποσπασματικές και καθυστερημένες. Στο ζήτημα της αγοραστικής δύναμης, το καλάθι της ελληνικής οικογένειας συρρικνώνεται, ενώ στο δημογραφικό τα κίνητρα προς τα νέα ζευγάρια κρίνονται ανεπαρκή, ιδίως όταν συγκρίνονται με τη γενναία χρηματοδότηση άλλων πολιτικών επιλογών.
Παράλληλα, καταγράφεται σαφής αποσύνδεση και με την παραδοσιακή δεξιά βάση. Ψηφοφόροι μετακινούνται προς άλλους σχηματισμούς ή επιλέγουν στάση αναμονής, θεωρώντας ότι η κυβέρνηση έχει απομακρυνθεί από σταθερές αξιακές και ιδεολογικές αναφορές. Ζητήματα όπως η μεταναστευτική πολιτική, η εικόνα εγκατάλειψης ορισμένων γειτονιών και επιλογές που προκάλεσαν εσωτερικές αντιδράσεις, λειτουργούν σωρευτικά σε βάρος της ΝΔ.
Μέσα σε όλο αυτό το πολιτικό σκηνικό, είναι αδιανόητο κάποιοι του “προοδευτικού χώρου” να σκέφτονται σοβαρά το ενδεχόμενο συγκυβέρνησης με τη ΝΔ – ανεξαρτήτως προσώπων. Καθαρές πολιτικές επιλογές, καθαρό πολιτικό στίγμα έτσι όπως έχει εκφραστεί κυριαρχικά από τον Δήμαρχο Αθηναίων Χάρη Δούκα: “Καμία συγκυβέρνηση με τη Δεξιά, ΠΟΥΘΕΝΑ”
Το συνολικό πολιτικό αποτύπωμα δείχνει μια κυβέρνηση που απομακρύνεται σταθερά από εκείνους που την οδήγησαν στην εξουσία. Η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται σε έναν χώρο ούτε εκτονώνεται εύκολα με επικοινωνιακές παρεμβάσεις. Όσο ο χρόνος κυλά προς το 2027, η Νέα Δημοκρατία καλείται όχι απλώς να ανακτήσει ποσοστά, αλλά να απαντήσει πειστικά στο ερώτημα αν μπορεί ακόμη να εκφράσει ευρείες κοινωνικές πλειοψηφίες. Οι μέχρι τώρα ενδείξεις δεν είναι ενθαρρυντικές.
