Connect with us

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κάποιοι δεν διστάζουν να διχάζουν τον ελληνικό λαό: Η σημασία της αναγνώρισης της Εθνικής Αντίστασης από το ΠΑΣΟΚ

Published

on

Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η Ιστορία επιστρέφει στον δημόσιο διάλογο όχι για να μας διδάξει, αλλά για να χρησιμοποιηθεί ως πολιτικό όπλο. Η σημερινή αναφορά του Άδωνι Γεωργιάδη ότι «η Αριστερά τότε ηττήθηκε και ευτυχώς» και ότι «ο κομμουνισμός ηττήθηκε και ευτυχώς», με αφορμή τη συμπλήρωση 77 ετών από τις τελευταίες μάχες στον Γράμμο και στο Βίτσι, επαναφέρει μια γλώσσα που δύσκολα συμβιβάζεται με την έννοια της εθνικής συμφιλίωσης την οποία ο ίδιος επικαλείται.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Διότι η εθνική συμφιλίωση δεν μπορεί να σημαίνει «συμφιλιωνόμαστε, αρκεί να θυμάστε ποιος νίκησε». Δεν μπορεί να οικοδομείται πάνω στην πανηγυρική διακήρυξη της ήττας της μισής ιστορικής παράταξης της χώρας. Ούτε μπορεί, σχεδόν οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος ενός Εμφυλίου που άφησε πίσω του νεκρούς, εξορίες, διώξεις και οικογένειες διχασμένες, η Ιστορία να επιστρατεύεται για να ξαναχαράζει γραμμές ανάμεσα σε νικητές και ηττημένους.

Η Ελλάδα έχει πληρώσει πολύ ακριβά αυτή τη ρητορική…

Το 1982 το ΠΑΣΟΚ επιχείρησε ακριβώς το αντίθετο

Advertisement

Γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία να θυμηθούμε τι συνέβη τον Αύγουστο του 1982. Η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου έφερε στη Βουλή το νομοσχέδιο για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης. Η ιστορική κοινοβουλευτική συζήτηση άρχισε στις 17 Αυγούστου και ο ίδιος ο πρωθυπουργός επέλεξε να ανοίξει τη συζήτηση, αντί του αρμόδιου υπουργού Εσωτερικών Γιώργου Γεννηματά, ακριβώς λόγω της ιδιαίτερης εθνικής σημασίας του ζητήματος. Η Νέα Δημοκρατία του Ευάγγελου Αβέρωφ αποχώρησε από τη συζήτηση. Λίγες εβδομάδες αργότερα δημοσιεύθηκε ο Νόμος 1285/1982.

Και αξίζει να σταθεί κανείς στο τι ακριβώς έκανε εκείνος ο νόμος, γιατί συχνά η ιστορική μνήμη υποχωρεί μπροστά στα κομματικά στερεότυπα. Το ΠΑΣΟΚ δεν αναγνώρισε την «Αριστερή Αντίσταση». Αναγνώρισε την Εθνική Αντίσταση του Ελληνικού Λαού.

Ο νόμος χαρακτήριζε ως μέλος της Εθνικής Αντίστασης κάθε Έλληνα και κάθε Ελληνίδα που αγωνίστηκε οργανωμένα ή ατομικά εναντίον των στρατευμάτων Κατοχής, βοήθησε τον συμμαχικό αγώνα και δεν συνεργάστηκε με τους κατακτητές. Με άλλα λόγια, το κράτος επιχειρούσε να περάσει από την επιλεκτική μνήμη της μετεμφυλιακής Ελλάδας σε μια εθνική αφήγηση που χωρούσε τους αντιστασιακούς ανεξαρτήτως πολιτικής προέλευσης.

Αυτό ήταν το πολιτικό μέγεθος της απόφασης.

Advertisement

Από τους «νικητές και ηττημένους» στην κοινή ιστορική μνήμη

Το 1982 δεν εξαφανίστηκαν οι ιδεολογικές διαφορές. Ούτε ξαναγράφτηκε η Ιστορία ώστε όλοι να έχουν δίκιο. Έγινε κάτι πολιτικά ωριμότερο: η Δημοκρατία αναγνώρισε ότι η χώρα δεν μπορούσε να συνεχίσει να λειτουργεί με ένα κομμάτι της ιστορικής της μνήμης στο περιθώριο.

Η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης υπήρξε συνεπώς μια θεσμική πράξη συμφιλίωσης. Μια προσπάθεια να κλείσει ένας κύκλος αποκλεισμών που είχε σημαδέψει τη μετεμφυλιακή Ελλάδα και να ενταχθούν στην επίσημη συλλογική μνήμη άνθρωποι που επί δεκαετίες βρίσκονταν έξω από αυτήν.

Και η διαδικασία αυτή δεν τελείωσε το 1982. Το 1989, με τον Ν. 1863/1989, η ίδια η ελληνική Πολιτεία αναγνώρισε επισήμως την περίοδο 1944–1949 ως «περίοδο εμφυλίου πολέμου», αντικαθιστώντας στη νομοθεσία τους όρους «συμμοριτοπόλεμος» και «συμμορίτες» με τους όρους «εμφύλιος πόλεμος» και «Δημοκρατικός Στρατός». Και αυτό συνέβη επί κυβέρνησης Τζαννετάκη, προϊόντος της τότε συνεργασίας ΝΔ και Συνασπισμού.

Advertisement

Αυτό ακριβώς είναι το νήμα της Μεταπολίτευσης που αξίζει να υπερασπιστεί κανείς: όχι τη λήθη, αλλά την υπέρβαση.

Η Ιστορία δεν είναι κομματική εξέδρα

Κανείς δεν δικαιούται να απαιτήσει από κανέναν να εγκαταλείψει την ιστορική ή ιδεολογική του κρίση για τον Εμφύλιο. Η ιστοριογραφία συζητά, ερευνά, συγκρούεται με πηγές και ερμηνείες. Άλλο όμως η ιστορική αποτίμηση και άλλο η πολιτική χρήση του Εμφυλίου το 2026.

Όταν ένας εν ενεργεία υπουργός δηλώνει πανηγυρικά ότι «η Αριστερά ηττήθηκε και ευτυχώς», το ερώτημα δεν αφορά πλέον μόνο το 1949. Αφορά το σήμερα. Αφορά το γιατί ένας κυβερνητικός παράγοντας αισθάνεται την ανάγκη να περιγράψει μια ιστορική εμφύλια σύγκρουση με όρους πολιτικής νίκης και ήττας που εξακολουθούν να ηχούν στο παρόν.

Advertisement

Γιατί η Αριστερά του 2026 δεν είναι ο Δημοκρατικός Στρατός του 1949. Είναι ένα νόμιμο και ιστορικό τμήμα της ελληνικής κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, όπως είναι η Κεντροαριστερά, η Κεντροδεξιά και κάθε δημοκρατικό πολιτικό ρεύμα. Η μεταφορά των χαρακωμάτων του Γράμμου στη σημερινή πολιτική αντιπαράθεση δεν υπηρετεί την ιστορική γνώση. Τροφοδοτεί έναν διχαστικό συμβολισμό που η ίδια η Μεταπολίτευση χρειάστηκε δεκαετίες για να ξεπεράσει.

Το πραγματικό δίδαγμα του 1982

Και κάπου εδώ η ιστορική ειρωνεία γίνεται εντυπωσιακή. Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, υπάρχουν ακόμη πολιτικές φωνές που μοιάζουν περισσότερο πρόθυμες να αναζητήσουν ποιος «ηττήθηκε» παρά να θυμηθούν πώς η Δημοκρατία κατάφερε να ενώσει μια χώρα που είχε πραγματικά διχαστεί.

Το ΠΑΣΟΚ του 1982 έκανε μια επιλογή με βαθύ συμβολισμό: επιχείρησε να μετατρέψει μια διαιρεμένη ιστορική μνήμη σε κοινή εθνική μνήμη. Δεν ζήτησε από τους Έλληνες να ξεχάσουν τις διαφορές τους. Ζήτησε από την Πολιτεία να πάψει να αντιμετωπίζει την Ιστορία με πιστοποιητικά πολιτικών φρονημάτων.

Advertisement

Αυτή είναι ίσως και η μεγαλύτερη σημασία της αναγνώρισης της Εθνικής Αντίστασης σήμερα.

Διότι μια ώριμη Δημοκρατία δεν χρειάζεται να αναζητεί νικητές και ηττημένους ανάμεσα στους απογόνους ενός Εμφυλίου. Χρειάζεται να γνωρίζει την Ιστορία της, να τιμά τους νεκρούς της χωρίς διακρίσεις, να καταδικάζει τα εγκλήματα και τις ακρότητες όπου κι αν διαπράχθηκαν και, κυρίως, να μην επιτρέπει στην ιστορική μνήμη να μετατρέπεται σε καύσιμο ενός νέου πολιτικού διχασμού.

Το 1982 η Ελλάδα έκανε ένα μεγάλο βήμα για να αφήσει πίσω της τα εμφυλιοπολεμικά χαρακώματα.

Το 2026 θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο ότι κανείς δεν έχει πολιτικό δικαίωμα να μας σπρώχνει ξανά προς αυτά.

Advertisement