Connect with us

ΓΝΩΜΕΣ

Κωνσταντίνος Μάμαλης: Η Κεντρική Μακεδονία και το “μετέωρο βήμα”στην ανάπτυξη

Published

on

Ο Κωνσταντίνος Μάμαλης είναι Υποψήφιος Περιφερειακός Σύμβουλος με την παράταξη “Πράξεις για τη Μακεδονία” και επικεφαλής, τον Χρήστο Παπαστεργίου.

Το Ταμείο Ανάκαμψης αποτελεί ένα θεμελιώδες μέτρο για να αποφύγει η κοινωνία το βύθισμα και ένα σχέδιο πολιτικών συνοχής και ανάπτυξης για την επόμενη μέρα.

Το κρίσιμο στοίχημα είναι να έχουμε την καλύτερη διαχείριση αυτών των πόρων, γρήγορη απορρόφηση με απώτερο στόχο το όφελος της οικονομίας.

Στον απόηχο της πανδημίας και με την 4η Βιομηχανική Επανάσταση να αλλάζει ριζικά το τοπίο, η Ευρώπη όπως και η Ελλάδα καλούνται να προβούν σε υπερβάσεις, θέτοντας υψηλούς στόχους, με άξονα την ανάκαμψη μετά την υγειονομική κρίση, τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη ψηφιακή μετάβαση

Η εφαρμογή σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών ανάπτυξης μπορεί να γίνει ακόμα πιο αποτελεσματική από την στιγμή που η Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια ιστορική της απόφαση κατέληξε να εγκρίνει την σύσταση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για να χρηματοδοτήσει τις ανάλογες πολιτικές, με έμφαση στην Ψηφιακή μετάβαση προς σύγχρονες μεθόδους προσαρμογής και την Πράσινη μετάβαση προς την απανθρακοποίηση των παραγωγικών δραστηριοτήτων.

Όμως μία πολιτική που φιλοδοξεί να αλλάξει την ελληνική κοινωνία και να συντονιστεί με τις μεγάλες αλλαγές που γίνονται στην Ευρώπη, δεν μπορεί βασίζεται σε πολιτικές αναβίωσης του κρατισμού και των πελατειακών σχέσεων που επί δεκαετίες ταλαιπώρησαν τους Έλληνες πολίτες και έστειλαν το πιο ακμαίο τμήμα τους στο εξωτερικό για να αναζητήσει τις ευκαιρίες που δεν είχε εδώ. Ούτε γίνεται σαν μηχανιστική εφαρμογή ενός αναπτυξιακού πακέτου, όσο πλήρες και να θεωρείται. Χρειάζεται να τεθούν ξεκάθαρα πολιτικά κριτήρια για το ποιοι θα ωφεληθούν από τις εκάστοτε επιλογές, αν θα διαλέξουμε να αναπαράγουμε ή να μετασχηματίσουμε το παραγωγικό μοντέλο, αν καταφέρουμε να νικήσουμε τις κοινωνικές ανισότητες ή θα τις αφήσουμε να μεγαλώνουν.

Ξεπροβάλλουν έτσι δύο πιθανές προσεγγίσεις: Μία είναι η παραδοσιακή πολιτική των αλόγιστων παροχών και επιδοτήσεων προς υφιστάμενες επιχειρήσεις με την ψευδαίσθηση ότι έτσι θα τονώσουν την ζήτηση, θα αυξήσουν την παραγωγή και θα συγκρατήσουν την απασχόληση. Στην Ελλάδα την πολιτική αυτή την έχουν ακολουθήσει κάμποσες κυβερνήσεις και πιο πρόσφατα η παρούσα με την ξέφρενη χρηματοδότηση κάθε αιτήματος από υπαρκτή ή ανύπαρκτη επιχείρηση που ισχυριζόταν ότι βρέθηκε σε οικονομική απραξία λόγω πανδημίας.

Η άλλη πολιτική είναι να εφαρμοστεί ένα σύγχρονο σοσιαλδημοκρατικό πλαίσιο, που βασίζεται σε πρωτοβουλίες καθολικής αναβάθμισης της παραγωγής, του επιχειρηματικού κλίματος και του εργασιακού περιβάλλοντος. Προφανώς θα περιλαμβάνονται και επιδοτήσεις παραγωγής, αλλά θα είναι στοχευμένες και θα σκοπεύουν στην απόκτηση ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων από εργαζόμενους και επιχειρήσεις.

Advertisement

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο ταυτόχρονης αναβάθμισης εργασίας και κεφαλαίου μπορεί να υλοποιηθούν πολιτικές ουσιαστικών μισθολογικών αυξήσεων, καταπολέμησης της ανισότητας και σύγκλισης με τις πιο ανεπτυγμένες χώρες.

Με επίκεντρο και βασικό σημείο αναφοράς την Νέα Γενιά, η σοσιαλδημοκρατική πολιτική βγαίνει από τα στενά οικονομίστικα πλαίσια και αποκτά μια ευρύτερη διάσταση εθνικής στρατηγικής που υπηρετεί τα συμφέροντα της χώρας και διασφαλίζει την ισχύ και την ευημερία της.