ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Κυβέρνηση ΝΔ: Ο καλύτερος “φίλος” που είχαν ποτέ τα “funds” που “διαχειρίζονται” τα “κόκκινα δάνεια” χιλιάδων Ελλήνων
Ξέρεις γιατί οι τράπεζες «σου παίρνουν» το σπίτι χωρίς να φαίνονται; Επειδή, τυπικά, δεν το κάνουν οι ίδιες. Το κάνουν τα funds. Κι αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ο πυρήνας ενός μηχανισμού που στήθηκε τα τελευταία χρόνια με θεσμική σφραγίδα και πολιτική ανοχή.
Το μοντέλο είναι απλό – σχεδόν κυνικά απλό. Ένα στεγαστικό ή επιχειρηματικό δάνειο που έχει «κοκκινίσει» μεταβιβάζεται σε fund σε τιμή που συχνά δεν ξεπερνά το 15% ή 20% της ονομαστικής του αξίας. Ένα δάνειο 150.000 ευρώ μπορεί να αλλάξει χέρια για 20.000 ή 25.000 ευρώ. Από εκεί και πέρα, ο δανειολήπτης δεν διαπραγματεύεται με μια τράπεζα που έχει εποπτικές υποχρεώσεις, αλλά με έναν διαχειριστή απαιτήσεων που λειτουργεί με αποκλειστικό γνώμονα τη μέγιστη απόδοση.
Το παράδοξο; Ο πολίτης δεν έχει, στην πράξη, τη δυνατότητα να εξαγοράσει το δάνειό του στην ίδια τιμή που το αγόρασε το fund. Δεν του προσφέρεται ισότιμη ευκαιρία. Το αποτέλεσμα είναι ένας ασύμμετρος μηχανισμός: το fund αποκτά το δάνειο με μεγάλη έκπτωση, αλλά διεκδικεί από τον οφειλέτη το σύνολο – ή σχεδόν το σύνολο – της απαίτησης, με τόκους, προσαυξήσεις και δικαστικά έξοδα. Αν δεν υπάρξει ρύθμιση, ακολουθεί ο πλειστηριασμός.
Έτσι, το «κόλπο» των 20.000 ευρώ μπορεί να καταλήξει σε απώλεια περιουσίας αξίας 150.000 ευρώ. Όχι γιατί η αγορά λειτουργεί ελεύθερα και διαφανώς, αλλά γιατί το θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει τη μεταφορά του ρίσκου από τους ισχυρούς στους αδύναμους.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υπερασπίζεται το μοντέλο ως αναγκαίο για τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος και τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Πράγματι, οι δείκτες «καθάρισαν». Οι ισολογισμοί βελτιώθηκαν. Το ερώτημα όμως παραμένει: ποιος πλήρωσε το τίμημα αυτής της εξυγίανσης;
Στην Ελλάδα της μεταμνημονιακής εποχής, το αφήγημα της «δεύτερης ευκαιρίας» συνυπάρχει με ένα κύμα πλειστηριασμών που πλήττει νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Οι τράπεζες απομακρύνθηκαν από το πρόβλημα στα χαρτιά, αλλά το κοινωνικό αποτύπωμα παραμένει. Και τα funds, που δεν εκλέγονται ούτε λογοδοτούν πολιτικά, κινούνται εντός ενός πλαισίου που τους παρέχει ισχυρά εργαλεία πίεσης.
Η ουσία δεν είναι αν οι μεταβιβάσεις δανείων είναι νόμιμες. Είναι αν είναι δίκαιες. Αν υπηρετούν την οικονομική σταθερότητα χωρίς να διαρρηγνύουν τον κοινωνικό ιστό. Όταν ο δανειολήπτης δεν έχει δικαίωμα προτίμησης στην τιμή πώλησης του δανείου του, όταν η πρώτη κατοικία μετατρέπεται σε διαπραγματευτικό χαρτί σε ισολογισμούς επενδυτικών σχημάτων, τότε η συζήτηση παύει να είναι τεχνική.
Γίνεται βαθιά πολιτική.
