ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ο απεγνωσμένος Μητσοτάκης ψάχνει σανίδα σωτηρίας: “Εισηγούμαι το ασυμβίβαστο Υπουργού και Βουλευτή..από τις εκλογές του 2027 και έπειτα..”
Σε μια συγκυρία που βαραίνει επικίνδυνα για την κυβερνητική συνοχή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να ανακτήσει τον έλεγχο της πολιτικής ατζέντας, προτάσσοντας θεσμικές εξαγγελίες και επιταχύνοντας τη ρητορική περί «κάθαρσης», με φόντο τη δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ που αγγίζει ευθέως τη γαλάζια κοινοβουλευτική ομάδα.
Η παρέμβαση του πρωθυπουργού δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών ως προς την πολιτική στόχευση: επιχείρηση αναστροφής του κλίματος, μέσω επίκλησης θεσμικής σοβαρότητας και ταυτόχρονης αποσυμπίεσης της πίεσης προς τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Η δημόσια έκκληση προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για ταχεία απόφαση περί άσκησης διώξεων λειτουργεί διττά. Από τη μία εμφανίζεται ως επίδειξη εμπιστοσύνης στη δικαιοσύνη, από την άλλη όμως αναδεικνύει την αγωνία για τον παρατεταμένο πολιτικό χρόνο που φθείρει.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η επιμονή στο τεκμήριο αθωότητας συνοδεύεται από μια χαρακτηριστική αποστροφή: κανείς εκ των βουλευτών δεν κατηγορείται – κατά τον ίδιο – για προσωπικό οικονομικό όφελος. Πρόκειται για γραμμή άμυνας που επιχειρεί να αποσυνδέσει την πολιτική ευθύνη από την ποινική διάσταση, χωρίς ωστόσο να αναιρεί τη θεσμική βαρύτητα της υπόθεσης.
Την ίδια ώρα, το αφήγημα περί «βαθέος κράτους» επιστρέφει δυναμικά. Ο πρωθυπουργός αναγνωρίζει, έστω καθυστερημένα, την ύπαρξη διαχρονικών πελατειακών πρακτικών, επιχειρώντας να τις εντάξει σε μια αφήγηση ιστορικής συνέχειας που αποδυναμώνει τις σημερινές ευθύνες. Η μεταφορά αρμοδιοτήτων στην ΑΑΔΕ παρουσιάζεται ως τομή, αν και η αποτελεσματικότητά της μένει να κριθεί στην πράξη.
Ωστόσο, το πλέον πολιτικά φορτισμένο σημείο της δήλωσης αφορά την εξαγγελία για ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας. Μια πρόταση που μετατίθεται χρονικά μετά τις εκλογές του 2027, γεγονός που εγείρει εύλογες ενστάσεις περί ειλικρίνειας και πολιτικής βούλησης. Η επιλογή αυτή ενισχύει την αίσθηση ότι πρόκειται περισσότερο για επικοινωνιακή εκτόνωση παρά για άμεση θεσμική παρέμβαση.
Στο παρασκήνιο, το κλίμα στη Νέα Δημοκρατία παραμένει βαρύ, με τις εξελίξεις γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ να λειτουργούν ως καταλύτης εσωκομματικών τριγμών. Η δημόσια στήριξη προς τους βουλευτές συνοδεύεται από μια σιωπηρή αναγνώριση του πολιτικού κόστους, το οποίο ήδη αποτυπώνεται στη φθορά της κυβερνητικής αξιοπιστίας.
Η δήλωση Μητσοτάκη, παρά τον θεσμικό της μανδύα, αποτυπώνει την πίεση μιας κυβέρνησης που καλείται να διαχειριστεί όχι απλώς μια υπόθεση διαφθοράς, αλλά μια κρίση εμπιστοσύνης με σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά. Το ερώτημα που πλέον τίθεται δεν αφορά μόνο την έκβαση της έρευνας, αλλά το κατά πόσο η κυβερνητική αφήγηση μπορεί να αντέξει το βάρος των ίδιων της των αντιφάσεων.
