ΓΝΩΜΕΣ
Ο Δούκας θέτει στο προσκήνιο την πολιτική για την κοινωνία, για τους “πολλούς” με καθαρό προοδευτικό πρόσημο
Του Γαβρή Άγγελου
«Αν όχι τώρα, πότε;» – Η πρόταση Δούκα για πολιτική ανατροπή, θεσμική αναγέννηση και καθαρή προοδευτική διακυβέρνηση
Μια ολοκληρωμένη πολιτική πλατφόρμα για την επόμενη μέρα του ΠΑΣΟΚ κατέθεσε ο δήμαρχος Αθηναίων, Χάρης Δούκας, επιχειρώντας να μετατοπίσει τη συζήτηση από τους εσωκομματικούς συσχετισμούς στη στρατηγική φυσιογνωμία της παράταξης.
Η παρέμβασή του, που αποκρυσταλλώθηκε και στην πανελλαδική διαδικτυακή συνάντηση με τη συμμετοχή 850 στελεχών και πολιτών, συνιστά πολιτικό σχέδιο με σαφείς άξονες: εκλογική πρωτιά, θεσμική δημοκρατία, καθαρές ρήξεις με τη Δεξιά.
Η αφετηρία του είναι πολιτική και όχι προσωπική. Σε μια περίοδο όπου η φθορά της κυβέρνησης Μητσοτάκη δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ενίσχυση της Δημοκρατικής Παράταξης, ο Δούκας θέτει το ερώτημα της αξιοπιστίας. Γιατί η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν μετατρέπεται σε δυναμική αλλαγής; Η απάντησή του εδράζεται στην ανάγκη καθαρής γραμμής. «Δεν μας ταιριάζει τίποτα άλλο από την πρώτη θέση στις εκλογές», τόνισε, απορρίπτοντας τη λογική του δεύτερου κόμματος ή του ρυθμιστή. Η πρωτιά, στην οπτική του, δεν είναι εγωιστική επιδίωξη αλλά προϋπόθεση προοδευτικής διακυβέρνησης.
Στον πρώτο άξονα της πρότασής του εντάσσεται η ρητή και αδιαπραγμάτευτη άρνηση συγκυβέρνησης με τη Νέα Δημοκρατία. Τη χαρακτήρισε «υπαρξιακό ζήτημα» για το DNA της παράταξης και ζήτησε η θέση αυτή να επικυρωθεί θεσμικά στο συνέδριο. «Δεν θα συγκυβερνήσουμε με τη Νέα Δημοκρατία μετά τις εκλογές, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα», ξεκαθάρισε, επιχειρώντας να αποκαταστήσει μια διαχωριστική γραμμή που, κατά την εκτίμησή του, έχει θολώσει.
Ο δεύτερος άξονας αφορά το περιεχόμενο της πολιτικής σύγκρουσης. Ο Δούκας μίλησε για ανάγκη ριζοσπαστικού λόγου με κοινωνική αναφορά. Έθεσε στο επίκεντρο την ενεργειακή δημοκρατία, τη διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα του νερού, τη μείωση του χρόνου εργασίας και την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων, την αντιμετώπιση του πελατειακού κράτους και την αποκατάσταση της θεσμικής ισορροπίας μέσω συνταγματικής αναθεώρησης για τη διάκριση των εξουσιών. Ειδική αναφορά έκανε στην ανάγκη γενναίας αποκέντρωσης, επισημαίνοντας ότι στην Ελλάδα μόλις το 2% του προϋπολογισμού αποδίδεται στους δήμους, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κυμαίνεται στο 14% και σε ορισμένες χώρες φτάνει το 20%. Το μήνυμα είναι σαφές: χωρίς μεταφορά πόρων και αρμοδιοτήτων, δεν υπάρχει ουσιαστική δημοκρατία εγγύτητας
Ο τρίτος άξονας αφορά τον προγραμματικό διάλογο με τις προοδευτικές δυνάμεις. «Κανείς μόνος του δεν μπορεί», ανέφερε, διευκρινίζοντας ότι η αυτονομία του ΠΑΣΟΚ δεν ισοδυναμεί με απομόνωση. Πρότεινε άμεση έναρξη διαλόγου, χωρίς αποκλεισμούς αλλά και χωρίς λογικές εξάρτησης, με στόχο συγκλίσεις σε συγκεκριμένες πολιτικές απέναντι στη συντήρηση. Η σύγκλιση, κατά την πρότασή του, προϋποθέτει καθαρή ταυτότητα και όχι ασαφείς ισορροπίες.
Παράλληλα, υπογράμμισε πρόσφατα και την ανάγκη θεσμικών αλλαγών στο συνέδριο, με μαζική συμμετοχή των μελών. Η πρότασή του για προκριματικές εκλογές από τη βάση για την ανάδειξη υποψηφίων βουλευτών και για συγκρότηση επιτροπής ψηφοδελτίων συνιστά σαφή μετατόπιση ισχύος προς τα μέλη. Η ενότητα, όπως τόνισε, δεν οικοδομείται με συμφωνίες σιωπής αλλά με σύνθεση και διαφάνεια.
Η αναφορά του στην εμπειρία της Αθήνας δεν ήταν τυχαία. Σε μια περίοδο που ελάχιστοι ήταν διατεθειμένοι να σηκώσουν τη σημαία της παράταξης, ο ίδιος το έπραξε με καθαρή πολιτική ταυτότητα και οδήγησε σε εκλογική νίκη μέσα σε 72 ημέρες. Το επιχείρημα είναι πολιτικό: η σαφήνεια κινητοποιεί, η αμφισημία αποδυναμώνει.
Κλείνοντας, ο Δούκας απηύθυνε κάλεσμα μάχης για την ψυχή και το μέλλον της Δημοκρατικής Παράταξης, ζητώντας συνέδριο ουσιαστικού διαλόγου και όχι απλής καταμέτρησης. «Αν όχι τώρα, πότε; Αν όχι εμείς, ποιος;» διερωτήθηκε, μετατρέποντας το σύνθημα σε στρατηγική επιταγή
Η πρότασή του συγκροτεί μια συνεκτική πολιτική κατεύθυνση: καθαρή αντιπαράθεση με τη Δεξιά, θεσμική αναγέννηση στο εσωτερικό, κοινωνικό πρόγραμμα με προοδευτικό πρόσημο και φιλοδοξία διακυβέρνησης. Σε ένα ρευστό πολιτικό περιβάλλον, η επιλογή της σαφήνειας δεν αποτελεί ρήξη για τη ρήξη. Αποτελεί, ενδεχομένως, τον μόνο δρόμο για να μετατραπεί η κοινωνική δυσαρέσκεια σε πολιτική πλειοψηφία.
