ΔΙΕΘΝΗ
Σουηδία: Γιατί υποχώρησε η Ακροδεξιά – Η επιστροφή της Κεντροαριστεράς και το μήνυμα προς την Ευρώπη
Οι Σουηδοί Δημοκράτες έχασαν εκλογική δύναμη για πρώτη φορά μετά από έξι αναμετρήσεις, ενώ το κεντροαριστερό μπλοκ απέκτησε οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία – Τι εξηγεί ο πολιτικός επιστήμονας Μπο Ρόθσταϊν
Σε μια περίοδο κατά την οποία κόμματα της ριζοσπαστικής και λαϊκιστικής Δεξιάς ενισχύονται σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, η Σουηδία κινήθηκε προς διαφορετική κατεύθυνση.
Το κεντροαριστερό μπλοκ υπό τους Σοσιαλδημοκράτες της Μαγκνταλένα Άντερσον εξασφάλισε 176 από τις 349 έδρες του σουηδικού Κοινοβουλίου, έναντι 173 του απερχόμενου δεξιού μπλοκ.
Το αποτέλεσμα συνοδεύτηκε από μία ακόμη σημαντική εξέλιξη: οι ακροδεξιοί, αντιμεταναστευτικοί Σουηδοί Δημοκράτες κατέγραψαν την πρώτη εκλογική υποχώρησή τους από το 2010, όταν είχαν εισέλθει για πρώτη φορά στο Κοινοβούλιο.
Η υποστήριξή τους περιορίστηκε στο 17,6%, περίπου τρεις ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τις προηγούμενες εκλογές.
Για τους λόγους που οδήγησαν σε αυτή την αλλαγή μίλησε στην Popaganda ο γνωστός Σουηδός πολιτικός επιστήμονας Μπο Ρόθσταϊν, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ και συνιδρυτής του Quality of Government Institute.
Μπο Ρόθσταϊν: Τρεις λόγοι πίσω από την υποχώρηση των Σουηδών Δημοκρατών
Ο Ρόθσταϊν χαρακτηρίζει ιδιαίτερα σημαντική την εκλογική υποχώρηση των Σουηδών Δημοκρατών, καθώς το κόμμα αύξανε επί σειρά εκλογικών αναμετρήσεων την επιρροή του.
Κατά την εκτίμησή του, ένας πρώτος παράγοντας ήταν η σχέση του κόμματος με την εξουσία.
Οι Σουηδοί Δημοκράτες δεν συμμετείχαν με υπουργούς στην απερχόμενη κυβέρνηση, όμως παρείχαν κοινοβουλευτική στήριξη και είχαν συμφωνήσει με τα τρία κεντροδεξιά κόμματα πάνω σε σημαντικά τμήματα της πολιτικής ατζέντας.
Πριν από τις εκλογές, μάλιστα, είχε ανοίξει η συζήτηση για άμεση συμμετοχή τους σε μια νέα κυβέρνηση, ακόμη και με σημαντικά υπουργικά χαρτοφυλάκια.
Σύμφωνα με τον Ρόθσταϊν, ένα μέρος του εκλογικού σώματος εμφανίστηκε επιφυλακτικό απέναντι σε αυτή την προοπτική.
Ένας δεύτερος παράγοντας αφορά το μεταναστευτικό.
Η μεγάλη άνοδος των Σουηδών Δημοκρατών είχε συμπέσει με την περίοδο 2014-2016, όταν η Σουηδία δέχθηκε πολύ μεγάλο αριθμό προσφύγων σε σχέση με τον πληθυσμό της.
Τα δεδομένα αυτά έχουν πλέον αλλάξει και, σύμφωνα με τον Σουηδό καθηγητή, ένα από τα βασικά ζητήματα πάνω στα οποία το κόμμα είχε οικοδομήσει την πολιτική του δυναμική δεν έχει σήμερα την ίδια ένταση.
Παράλληλα, ορισμένες από τις σκληρότερες προτάσεις των Σουηδών Δημοκρατών φαίνεται ότι κινητοποίησαν ψηφοφόρους εναντίον τους, ιδιαίτερα σε πολυπολιτισμικές περιοχές.
Κλίμα, κοινωνικό κράτος και ανισότητες
Η εκλογική μετατόπιση δεν εξηγείται μόνο από την υποχώρηση των Σουηδών Δημοκρατών.
Σύμφωνα με τον Ρόθσταϊν, σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν επίσης η κλιματική αλλαγή, η κοινωνική ασφάλιση, η φορολογία και η αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων.
Τα κόμματα της Αριστεράς και οι Πράσινοι παρουσίασαν πιο φιλόδοξες προτάσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, ενώ στο κοινωνικό πεδίο υποστήριξαν ισχυρότερα συστήματα κοινωνικής προστασίας και υψηλότερη φορολόγηση των πολύ εύπορων.
Η Σουηδία, επισημαίνει ο καθηγητής, δεν χαρακτηρίζεται πλέον στον ίδιο βαθμό από την οικονομική ισότητα που αποτελούσε επί δεκαετίες βασικό χαρακτηριστικό του κοινωνικού της μοντέλου.
Η αύξηση των ανισοτήτων αποτέλεσε, κατά την ανάλυσή του, έναν ακόμη παράγοντα που μπορεί να εξηγήσει την ενίσχυση του κεντροαριστερού μπλοκ.
Το δύσκολο επόμενο βήμα για την Άντερσον
Το εκλογικό αποτέλεσμα, πάντως, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο σχηματισμός κυβέρνησης θα είναι εύκολος.
Οι τέσσερις πολιτικές δυνάμεις του αντιπολιτευόμενου μπλοκ –Σοσιαλδημοκράτες, Αριστερό Κόμμα, Πράσινοι και Κόμμα του Κέντρου– έχουν σημαντικές πολιτικές διαφορές.
Το Αριστερό Κόμμα επιδιώκει κυβερνητική συμμετοχή, ενώ το Κόμμα του Κέντρου έχει εκφράσει αντίθεση σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Μετά την παραίτηση του απερχόμενου πρωθυπουργού Ουλφ Κρίστερσον, ο πρόεδρος του σουηδικού Κοινοβουλίου ανέθεσε ήδη στη Μαγκνταλένα Άντερσον τη διερεύνηση των δυνατοτήτων σχηματισμού νέας κυβέρνησης.
Η ίδια έχει δηλώσει ότι επιδιώκει έναν ευρύ κυβερνητικό συνασπισμό και έχει αποκλείσει συνεργασία με τους Σουηδούς Δημοκράτες.
Μια διαφορετική εξέλιξη από την ευρωπαϊκή τάση
Η σουηδική εκλογική αναμέτρηση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή εξελίσσεται σε διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη που έχει καταγραφεί σε αρκετές άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Ο Ρόθσταϊν επισημαίνει αυτή τη διαφοροποίηση, αντιπαραβάλλοντας τη Σουηδία με την ενίσχυση κομμάτων της λαϊκιστικής και ριζοσπαστικής Δεξιάς σε χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία.
Το σουηδικό αποτέλεσμα, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκε η πολιτική επιρροή των Σουηδών Δημοκρατών. Το κόμμα εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική εκλογική βάση, ενώ η μεταναστευτική πολιτική της χώρας έχει ήδη μετακινηθεί προς αυστηρότερες κατευθύνσεις τα προηγούμενα χρόνια.
Αυτό που άλλαξε στις εκλογές του 2026 είναι συγκεκριμένο και μετρήσιμο: για πρώτη φορά μετά από έξι διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις ανόδου, οι Σουηδοί Δημοκράτες έχασαν έδαφος, ενώ το κεντροαριστερό μπλοκ απέκτησε μια οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Το επόμενο κρίσιμο κεφάλαιο γράφεται πλέον στις διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Η Άντερσον έχει την πρώτη εντολή, αλλά η διαφορά των μόλις τριών εδρών και οι πολιτικές αποστάσεις μεταξύ των τεσσάρων κομμάτων καθιστούν την έκβασή τους ανοιχτή.
Πηγή: Popaganda – Συνέντευξη της Ιωάννας Κλεφτόγιαννη στον Μπο Ρόθσταϊν, «Γιατί οι Σουηδοί είπαν “όχι” στην Ακροδεξιά».
