ΓΝΩΜΕΣ
“Συνέδριο ΠΑΣΟΚ: Ώρα για πολιτικές δεσμεύσεις χωρίς “ναι μεν αλλά”
Γράφει ο Λάμπρος Παπαδής – Δημοσιογράφος
Στο κατώφλι του συνεδρίου της 27ης Μαρτίου, το ΠΑΣΟΚ καλείται να απαντήσει σε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό από μια ακόμη εσωκομματική διαφωνία. Καλείται να ξεκαθαρίσει αν διαθέτει πολιτική πυξίδα ή αν συνεχίζει να κινείται με αμφίσημα μηνύματα που στο παρελθόν το πλήγωσαν.
Η δημόσια παρέμβαση του Χάρη Δούκα για ξεκάθαρη, θεσμικά δεσμευτική απόφαση περί μη συγκυβέρνησης με τη Νέα Δημοκρατία δεν έπεσε στο κενό. Αντιθέτως, βρήκε ανταπόκριση και ενίσχυση από τον Μανώλη Χριστοδουλάκη, βουλευτή Ανατολικής Αττικής, ο οποίος συντάχθηκε με την ανάγκη να υπάρξει σαφής και καταγεγραμμένη πολιτική γραμμή. Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ένδειξη ότι η συζήτηση δεν περιορίζεται σε πρόσωπα, αλλά διαπερνά τον κομματικό ιστό.
Η ηγεσία επιμένει ότι δεν υπάρχει ζήτημα. Ότι η θέση έχει ειπωθεί και είναι δεδομένη. Όμως εδώ ακριβώς γεννάται το ερώτημα που δύσκολα αποφεύγεται. Αν είναι δεδομένη, γιατί δεν καταγράφεται; Αν είναι αδιαπραγμάτευτη, γιατί δεν αποκτά θεσμικό βάρος;
Η πολιτική εμπειρία του ΠΑΣΟΚ είναι βαριά. Η συγκυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία δεν ήταν μια απλή επιλογή τακτικής. Ήταν ένα σημείο καμπής που απομάκρυνε κοινωνικά στρώματα, δημιούργησε ρήγματα και γέννησε δυσπιστία που ακόμη δεν έχει επουλωθεί πλήρως. Αυτή η μνήμη είναι ζωντανή και εξηγεί γιατί ένα μεγάλο κομμάτι της βάσης δεν αρκείται σε προφορικές διαβεβαιώσεις.
Το συνέδριο δεν είναι χώρος για γενικόλογες τοποθετήσεις. Είναι ο χώρος όπου οι πολιτικές θέσεις αποκτούν μορφή, καταγράφονται και δεσμεύουν. Όλα τα υπόλοιπα, όσο καλοδιατυπωμένα κι αν είναι, παραμένουν πολιτικές δηλώσεις χωρίς εγγύηση συνέπειας.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Η πρόταση Δούκα δεν αμφισβητεί την ηγεσία. Τη δοκιμάζει. Τη φέρνει μπροστά σε μια καθαρή επιλογή. Θέλει να κλείσει οριστικά ένα κεφάλαιο ή να αφήσει ανοιχτό ένα παράθυρο που στο μέλλον μπορεί να επανέλθει ως «αναγκαιότητα»;
Σε μια περίοδο όπου η κοινωνία αναζητά εναλλακτική απέναντι στην κυβερνητική φθορά, το ΠΑΣΟΚ έχει μπροστά του μια ευκαιρία να αποδείξει ότι δεν λειτουργεί ως συμπληρωματική δύναμη. Ότι δεν περιμένει να του δοθεί ρόλος, αλλά τον ορίζει.
Το ερώτημα που πλανάται είναι σαφές. Θα υπάρξει καθαρή, δεσμευτική απόφαση ή θα συνεχιστεί η πολιτική των διατυπώσεων που αφήνουν χώρο για κάθε ενδεχόμενο;
Γιατί στο τέλος της ημέρας, αυτό που μετρά δεν είναι τι λες. Είναι τι γράφεις και τι υπογράφεις.
