ΓΝΩΜΕΣ
Το “Όχι συγκυβέρνηση με τη ΝΔ” που άλλαξε τους όρους του παιχνιδιού
Γράφει ο Γαβρής Αγγελος
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική όπου μια φαινομενικά τεχνική διατύπωση μετατρέπεται σε καταλύτη εξελίξεων. Η απόφαση του συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ να αποκλείσει ρητά και χωρίς υπεκφυγές κάθε ενδεχόμενο συγκυβέρνησης με τη Νέα Δημοκρατία δεν συνιστά απλώς μια εσωκομματική επικράτηση. Αποτυπώνει μια στρατηγική επιλογή που αναδιατάσσει το πολιτικό πεδίο, στερώντας από την κυβέρνηση ένα κρίσιμο εργαλείο: τη δυνατότητα να καλλιεργεί την προσδοκία ενός πρόθυμου εταίρου.
Η αξία της απόφασης γίνεται αντιληπτή μέσα από το αντίστροφο σενάριο. Σε ένα περιβάλλον πολιτικής φθοράς και εντεινόμενης κοινωνικής δυσπιστίας, ακόμη και η παραμικρή ασάφεια θα αρκούσε για να οικοδομηθεί μια ολόκληρη αφήγηση περί «υπεύθυνων συγκλίσεων». Η ασάφεια δεν είναι ουδέτερη στην πολιτική· λειτουργεί ως πεδίο ερμηνείας που, κατά κανόνα, καταλαμβάνει ο ισχυρότερος επικοινωνιακά παίκτης. Σε αυτή την περίπτωση, η κυβέρνηση θα είχε κάθε λόγο να παρουσιάζει το ΠΑΣΟΚ ως εν δυνάμει στήριγμα, ανεξαρτήτως πραγματικών προθέσεων.
Η συνεδριακή επιλογή απέτρεψε ακριβώς αυτή τη διολίσθηση. Δεν πρόκειται για μια άρνηση τακτικού χαρακτήρα, αλλά για πράξη πολιτικής αυτοπροστασίας. Το ΠΑΣΟΚ απέφυγε την πιο επικίνδυνη μορφή αλλοίωσης της ταυτότητάς του: όχι τη φανερή συνεργασία, αλλά τη μόνιμη υπόνοια διαθεσιμότητας. Σε μια συγκυρία όπου η κοινωνία αντιμετωπίζει με καχυποψία τις έννοιες της «σταθερότητας» και της «συνεννόησης», η καθαρότητα του μηνύματος αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Το «όχι» λειτουργεί ως όριο· το «ίσως» ως διάβρωση.
Υπό αυτό το πρίσμα, η επιμονή να διατυπωθεί η απόλυτη άρνηση δεν ήταν ακαμψία, αλλά πολιτική διορατικότητα. Αναγνώρισε ότι η διαδρομή προς τις εκλογές είναι εξίσου κρίσιμη με το αποτέλεσμά τους. Ότι η αξιοπιστία ενός κόμματος της αντιπολίτευσης κρίνεται όχι μόνο από τις μετεκλογικές του επιλογές, αλλά και από το στίγμα που εκπέμπει καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η γραμμή αυτή ενισχύθηκε από στελέχη που αντιλήφθηκαν εγκαίρως τον κίνδυνο της πολιτικής αφομοίωσης και τη σημασία της σαφούς οριοθέτησης.
Την ίδια στιγμή, η ειρωνεία της συγκυρίας γίνεται ολοένα πιο εμφανής. Το ερώτημα των συνεργασιών, που επί μακρόν χρησιμοποιήθηκε ως μοχλός πίεσης προς την αντιπολίτευση, επιστρέφει πλέον στην κυβερνητική πλευρά. Καθώς η φθορά συσσωρεύεται και τα σκάνδαλα επιβαρύνουν το πολιτικό κλίμα, η ρητορική της αυτοδυναμίας μοιάζει περισσότερο με άρνηση προσαρμογής παρά με ρεαλιστικό σχέδιο. Η απουσία ενός προφανούς εναλλακτικού σεναρίου καθιστά το ερώτημα αναπόφευκτο.
Για το ΠΑΣΟΚ, η επιλογή αυτή δημιουργεί προϋποθέσεις, όχι εγγυήσεις. Η αποκοπή από κάθε σενάριο συγκυβέρνησης με τη Νέα Δημοκρατία απελευθερώνει πολιτικό χώρο, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να τον καλύψει. Η πρόκληση μετατοπίζεται πλέον στο περιεχόμενο: στη διατύπωση μιας συνεκτικής πρότασης που να απαντά στις ανάγκες της κοινωνίας και να υπερβαίνει την απλή άρνηση. Η διαχωριστική γραμμή αποκτά νόημα μόνο εφόσον συνοδεύεται από ένα πειστικό σχέδιο διακυβέρνησης.
Εν τέλει, η σημασία της συνεδριακής απόφασης δεν εξαντλείται στο παρόν. Καθόρισε τους όρους της πολιτικής σύγκρουσης για το επόμενο διάστημα, αφαιρώντας από την κυβέρνηση ένα κρίσιμο αφήγημα και επανατοποθετώντας το ΠΑΣΟΚ ως διακριτό πόλο. Σε μια περίοδο όπου οι πολιτικές παγίδες στήνονται συχνά μέσα από υπαινιγμούς και αμφισημίες, η σαφήνεια αποδεικνύεται όχι μόνο αρετή, αλλά και εργαλείο επιβίωσης.
