ΔΙΕΘΝΗ
Το παράδειγμα του Πέδρο Σάντσεθ στην Ισπανία- Πως η κεντροαριστερά έσπασε το δεξιό αφήγημα
Το παράδειγμα του Πέδρο Σάντσεθ δεν αποτελεί απλώς μια «καλή πρακτική» σοσιαλιστικής διακυβέρνησης στην Ευρώπη. Αποτελεί μια ζωντανή απόδειξη ότι η Κεντροαριστερά μπορεί να κυριαρχήσει πολιτικά όταν αρθρώνει καθαρή στρατηγική, κοινωνικά δίκαιη πολιτική και αποφασιστική ηγεσία απέναντι στις συντηρητικές πιέσεις. Στην Ισπανία, το PSOE παραμένει επίκεντρο της πολιτικής ζωής όχι επειδή προσαρμόστηκε στο δεξιό αφήγημα, αλλά επειδή το αμφισβήτησε. Και κέρδισε.
Κεντρικός πυλώνας της στρατηγικής Σάντσεθ υπήρξε η θεαματική αύξηση του κατώτατου μισθού. Από το 2018 έως σήμερα, η άνοδος φτάνει το 61% – μια πολιτική τομή που έβαλε φρένο στις ανισότητες και ενίσχυσε άμεσα τη μεσαία τάξη και τους πιο ευάλωτους. Δεν ήταν μια αποσπασματική παροχή, αλλά μια συνεπής κυβερνητική γραμμή, συνδεδεμένη με τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη και τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Στην Ελλάδα της ακρίβειας και της μισθολογικής στασιμότητας, μια τέτοια προσέγγιση δεν θα ήταν πολυτέλεια· θα ήταν αναγκαιότητα.
Παράλληλα, ο Σάντσεθ διαμόρφωσε μια πολιτική κοινωνικής προστασίας που ξεπερνά τα στενά όρια της συγκυρίας. Το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για ευάλωτες ομάδες αποτελεί παράδειγμα ώριμης σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής, αποδεικνύοντας ότι το κράτος μπορεί να λειτουργεί ως ανάχωμα στην επισφαλή εργασία, την ανασφάλεια και τον κίνδυνο φτώχειας. Σε μια Ελλάδα όπου χιλιάδες νοικοκυριά βρίσκονται σε διαρκή οικονομική ασφυξία, η ανάγκη για ένα στιβαρό σύστημα κοινωνικής ένταξης παραμένει πιεστική και ανικανοποίητη.
Η ισπανική σοσιαλδημοκρατία δεν περιορίστηκε στα εθνικά σύνορα. Στην ευρωπαϊκή σφαίρα, ο Σάντσεθ έθεσε στο τραπέζι την πρόταση για κοινό ευρωπαϊκό κατώτατο μισθό, μια ιδέα που μπορεί να ανατρέψει τον κοινωνικό ανταγωνισμό εντός της Ε.Ε. και να θέσει τις βάσεις για μια δίκαιη ευρωπαϊκή αγορά εργασίας. Αυτή η εξωστρεφής προοδευτική ατζέντα απουσιάζει δραματικά από την ελληνική δημόσια συζήτηση, η οποία εγκλωβίζεται συχνά σε μικροκομματικές αντιπαραθέσεις και φοβικά σύνδρομα.
Τα συμπεράσματα για την Ελλάδα είναι σαφή και αφορούν πρωτίστως την αξιωματική αντιπολίτευση, η οποία καλείται να μετατρέψει τον ρόλο της σε πραγματική εναλλακτική διακυβέρνηση. Η ελληνική Κεντροαριστερά δεν μπορεί να αρκείται σε διακηρύξεις. Χρειάζεται συνεκτικό κοινωνικό σχέδιο, στρατηγική αύξησης μισθών, πολιτικές στέγασης, ενίσχυση εισοδήματος και ταυτόχρονα υπεύθυνη δημοσιονομική διαχείριση. Χρειάζεται επίσης έναν ευρύ προοδευτικό συνασπισμό που να υπερβαίνει κομματικές γεωμετρίες και να συνομιλεί με την κοινωνία, όχι με τις προσδοκίες του εκάστοτε Μαξίμου.
Το ισπανικό παράδειγμα δείχνει τον δρόμο: η Κεντροαριστερά μπορεί να κερδίσει μόνο όταν τολμά να είναι ηγεμονική. Και αυτό σημαίνει καθαρή κατεύθυνση, κοινωνική ατζέντα και πολιτική αυτονομία. Όχι μια αντιπολίτευση πρόχειρη, ούτε μια δύναμη έτοιμη να γίνει «δεκανίκι» της εξουσίας. Αλλά ο πραγματικός πυλώνας σταθερότητας, προόδου και κοινωνικής δικαιοσύνης που έχει ανάγκη η χώρα.
