Τόνια Αντωνίου: «Η κυβέρνηση της Ν.Δ. θέλει να βάλει το κομματικό της σήμα παντού και να διαμορφώσει με βάση αυτό, ακόμα και τη λειτουργία της αγοράς»

Βασικά σημεία ομιλίας της βουλευτή του Νότιου Τομέα Αθήνας κ. Τόνιας Αντωνίου κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Ανάπτυξης για την ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2019/1

Σχολιάζοντας στην αρχή της ομιλίας της το βίντεο του κ. Μητσοτάκη για τα Rafale ανέφερε μεταξύ άλλων:

Χθες οι πολίτες έμειναν άναυδοι βλέποντας το βίντεο του κ. Μητσοτάκη με τα Rafale ως κομματάρχη με το σήμα της Νέας Δημοκρατίας, αντί ως Πρωθυπουργού της χώρας με το εθνόσημο της Ελληνικής Δημοκρατίας. Λες και τα Rafale τα πλήρωσε η Νέα Δημοκρατία από τα ταμεία της και όχι οι Έλληνες φορολογούμενοι από το υστέρημά τους.

Σε ό,τι αφορά το νομοσχέδιο του Υπουργείου Ανάπτυξης για την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2019/1 σχετικά με τους κανόνες λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς επισήμανε ότι αναδύονται τρία εύλογα ερωτήματα:

  1. Υπάρχουν αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα οι ίδιες συνθήκες ανταγωνισμού και λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς με τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες που ενσωματώνουν την ίδια Οδηγία ή η Ελλάδα υστερεί σημαντικά στην αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων;
  2. Έχει η ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού στη διάθεσή της όλα τα αναγκαία εργαλεία που χρειάζεται για να επιτελέσει το ρόλο της ή αντιμετωπίζει περιπτώσεις που είναι δεμένα τα χέρια της;
  3. Έχει η ελληνική κυβέρνηση την πολιτική βούληση να αντιμετωπίσει τις στρεβλώσεις στην ελληνική εσωτερική αγορά ή ουσιαστικά τις ανέχεται και τελικά τις ενισχύει;

Η κ. Αντωνίου τόνισε ότι με τη θέσπιση του Ν. 3959/2011 η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ συνέβαλε καθοριστικά στον εκσυγχρονισμό της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Ωστόσο εκτίμησε ότι οι μεταρρυθμίσεις της τελευταίας δεκαετίας στη χώρα μας είχαν πενιχρά αποτελέσματα για τη λειτουργία συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού. Σε αυτό απέδωσε και το γεγονός ότι η ακρίβεια σε μια σειρά από κρίσιμα αγαθά και υπηρεσίες δεν ξεκίνησε με τη ραγδαία άνοδο του πληθωρισμού το 2021, αλλά προϋπήρχε, καθώς οι Έλληνες με εισόδημα κοντά στο 60% του μέσου ευρωπαϊκού, πληρώνουν ένα κόστος πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ή κοντά σ’ αυτόν, ενώ αντιμετωπίζουν το σημερινό πληθωρισμό από χειρότερη αφετηρία σε σχέση με τους άλλους Ευρωπαίους, αφού την τελευταία δεκαετία έχασαν το 27% του διαθέσιμου εισοδήματος τους. Χαρακτήρισε μάλιστα αστείο τον ισχυρισμό του κ. Γεωργιάδη ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα δεν μειώνει ακόμα την αγοραστική τους δύναμη, όσο του μέσου κατοίκου της Ευρωζώνης.

Σε σχέση με το ερώτημα εάν μπορεί το εν λόγω νομοσχέδιο να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας αγοράς, παρατήρησε ότι ενώκάποιες από τις διατάξεις του έχουν το χαρακτήρα τεχνικών βελτιώσεων του θεσμικού πλαισίου, δεν αναμένονται ουσιαστικές αλλαγές στην ελληνική αγορά, γιατί δεν υπάρχει η πολιτική βούληση από την πλευρά της κυβέρνησης.

Όπως επισήμανε:

  1. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν έχει στη διάθεσή της σήμερα όλα τα αναγκαία μέσα και εργαλεία, ενώ το προσωπικό της είναι μειωμένο. Με βάση την ενωσιακή και εθνική νομολογία, δεν αρκεί να αποδείξει ότι υφίσταται εναρμόνιση τιμών μεταξύ των εταιρειών. Πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει ότι η εναρμόνιση αυτή είναι αποτέλεσμα κάποιας μορφής συντονισμού μεταξύ των εταιρειών για να υπάρξει παράβαση του δίκαιου ανταγωνισμού. Σε αυτή την περίπτωση όμως οι εταιρείες εφαρμόζουν μεθόδους και πρακτικές που δεν καλύπτονται από τις υπάρχουσες διατάξεις κι έτσι δεν μπορεί να τις αντιμετωπίσει η Επιτροπή Ανταγωνισμού. Το ίδιο συμβαίνει και με τις καταχρηστικές πρακτικές που εφαρμόζουν επιχειρήσεις ψηφιακών πλατφορμών, όπως επισήμαναν και οι καταναλωτικές οργανώσεις, σε μια περίοδο που λόγω της πανδημίας υπήρξε τεράστια στροφή του καταναλωτικού κοινού στις ηλεκτρονικές αγορές.
  2. Η ποιότητα του ανταγωνισμού καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό και από τις στρατηγικές επιλογές της ίδιας της κυβέρνησης που δίνουν σε κάποιες επιχειρήσεις δεσπόζουσα θέση στην αγορά, ενώ άλλες τις εξαφανίζουν από το χάρτη. Γιατί η ρευστότητα που δόθηκε στο τραπεζικό σύστημα τα τελευταία 2 χρόνια έφτασε σε ελάχιστους προνομιούχους που είχαν πρόσβαση στα κρατικά επιδοτούμενα χρηματοδοτικά εργαλεία. Γιατί τα 18,5 δις ευρώ των επιχορηγήσεων από το Ταμείο Ανάκαμψης αφορούν κυρίως project σχεδιασμένα από λίγους για τους λίγους.

Και αυτό είναι σήμερα το μείζον πολιτικό ζήτημα για την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Ότι θέλει να βάλει το κομματικό της σήμα παντού και να διαμορφώσει με βάση αυτό, ακόμα και τη λειτουργία της αγοράς.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ