ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Βενεζουέλα: “Σάλος” με την δημόσια δήλωση Μητσοτάκη για “δευτερουσας σημασίας” νομιμότητα των ενεργειών
Η δημόσια ανάρτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη για τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα δεν αποτελεί απλώς μια διπλωματική τοποθέτηση. Συνιστά μια ωμή πολιτική δήλωση απαξίωσης του Διεθνούς Δικαίου, μια επικίνδυνη ομολογία θεσμικού κυνισμού που εκθέτει τη χώρα και υπονομεύει όσα, υποτίθεται, πρεσβεύει η ελληνική εξωτερική πολιτική.
Η φράση που ξεχωρίζει και προκαλεί εύλογο σάλο είναι η εξής: «Αυτή δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών». Πρόκειται για μια διατύπωση που, αν απογυμνωθεί από το διπλωματικό της περιτύλιγμα, μεταφράζεται ξεκάθαρα ως εξής: η νομιμότητα είναι δευτερεύουσα, το διεθνές δίκαιο μπαίνει σε παρένθεση, οι θεσμοί υποχωρούν μπροστά στη σκοπιμότητα.
Δεν πρόκειται για ατυχή διατύπωση.
Είναι πολιτική επιλογή. Όταν ο Πρωθυπουργός μιας χώρας, μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΗΕ, δηλώνει δημόσια ότι δεν είναι «η ώρα» να εξεταστεί η νομιμότητα διεθνών ενεργειών, ουσιαστικά νομιμοποιεί την αυθαιρεσία. Αποδέχεται ότι οι κανόνες μπορούν να ανασταλούν, αρκεί το αποτέλεσμα να εξυπηρετεί τους ισχυρούς ή τις γεωπολιτικές τους επιδιώξεις.
Η Ελλάδα, που επικαλείται διαρκώς το Διεθνές Δίκαιο για να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα, εμφανίζεται δια στόματος Πρωθυπουργού να υιοθετεί τη λογική του «δικαίου του ισχυρού». Πώς μπορεί, αύριο, να ζητήσει σεβασμό στις διεθνείς συνθήκες στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο, όταν σήμερα δηλώνει ότι η νομιμότητα είναι θέμα timing και όχι αρχής;

Η θεσμική εκτροπή είναι ακόμη βαθύτερη. Ο κ. Μητσοτάκης δεν περιορίζεται σε πολιτική αξιολόγηση ενός καθεστώτος. Προχωρά σε έμμεση αποδοχή πράξεων, των οποίων τη νομιμότητα ο ίδιος παραδέχεται ότι αποφεύγει να εξετάσει. Αυτό δεν είναι ουδετερότητα. Είναι σιωπηρή συνενοχή. Είναι η αποδοχή ότι οι διεθνείς κανόνες δεν είναι δεσμευτικοί, αλλά διακοσμητικοί.
Και φυσικά.. “ξεφτίλα” διεθνώς ξανά:

Σε μια εποχή που ο κόσμος βυθίζεται σε συγκρούσεις, πραξικοπηματικές λογικές και «εξαγόμενη δημοκρατία» με στρατιωτικά και οικονομικά μέσα, η Ελλάδα όφειλε να σταθεί στη σωστή πλευρά της Ιστορίας: στη μεριά των θεσμών, της νομιμότητας, της διεθνούς έννομης τάξης. Αντί γι’ αυτό, ο Πρωθυπουργός επιλέγει τον ρόλο του πρόθυμου σχολιαστή των εξελίξεων, χωρίς κόκκινες γραμμές, χωρίς αρχές, χωρίς θεσμικό βάθος.
Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές και επικίνδυνο: η δημοκρατία δεν χρειάζεται κανόνες, η νομιμότητα είναι σχετική και το διεθνές δίκαιο εφαρμόζεται κατά το δοκούν. Αυτή δεν είναι εξωτερική πολιτική. Είναι θεσμική παραίτηση. Και για μια χώρα που έχει πληρώσει ακριβά την απουσία κανόνων, η στάση αυτή δεν είναι απλώς ανεύθυνη. Είναι πολιτικά και ιστορικά επιζήμια.
