Xριστίνα Παπαδοπούλου στο “Ινστιτούτο ΕΝΑ”: “Οι σύγχρονες όψεις του φονταμενταλισμού”

Η Νομικός Χριστίνα Παπαδοπούλου, αναλύει στο ΕΝΑ το πώς μια σειρά ιστορικών γεγονότων και τάσεων -από την τρομoκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου και την οικονομική κρίση του 2008 ως την κλιματική αλλαγή και την κρίση Covid- κατέδειξαν τις παθογένειες του υπάρχοντος συστήματος και την ανάγκη ενός νέου μοντέλου αντιμετώπισης αυτών των προκλήσεων και κινδύνων →

Ο Enzo Traverso στο βιβλίο του Τι απέγιναν οι διανοούμενοι; (Εκδ. Του Εικοστού Πρώτου, 2014) γράφει: Αν η ιστορία είναι μία διαλεκτική ένταση ανάμεσα στο παρελθόν σαν «πεδίο εμπειρίας» και το μέλλον σαν «ορίζοντας προσμονής», σήμερα, στην αυγή του 21ου αιώνα, ο ορίζοντας της προσμονής μοιάζει να έχει εξαφανιστεί.

Η διαπίστωση του Τraverso επιβεβαιώνεται με τον πιο τραγικό τρόπο. Εισερχόμαστε στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι η εισαγωγή του όρου της μετα-πραγματικότητας (post-reality) στην πολιτική και κοινωνική ζωή, κατά την οποία η άρνηση των οδυνηρών πραγματικών γεγονότων και συμβάντων αποτελεί την «κανονικότητα» της εποχής μας. Η τρομoκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, η οικονομική κρίση του 2008, η παγίωση καταδικασμένων σε αποτυχία νεοφιλελεύθερων προγραμμάτων λιτότητας, η κλιματική αλλαγή, η άνοδος της ισλαμικής τρομοκρατίας με αποκορύφωμα τον αποκεφαλισμό του Γάλλου καθηγητή Samuel Patty, του ρατσισμού και του εθνικισμού, το φαινόμενο του τραμπισμού και η κρίση της πανδημίας  του ιού Covid, κατέδειξαν τις παθογένειες του υπάρχοντος συστήματος και την ανάγκη ενός νέου μοντέλου αντιμετώπισης αυτών των προκλήσεων και κινδύνων. Παρολαυτά, σήμερα, περισσότερο από ποτέ, βρισκόμαστε σε μια κατάσταση οπισθοδρόμησης. Τα έωλα δόγματα  της «σύγκρουσης των πολιτισμών» της ΤΙΝΑ (Τhere is no alternative) και του τέλους των ιδεολογιών, διαπνέουν το δημόσιο λόγο και τις πρακτικές των κυβερνήσεων και των λοιπών διεθνών δρώντων. Η ακραία ανισότητα, η αποδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους πρόνοιας, οι αναδυόμενες προκλήσεις της ψηφιακής εποχής και η αναδιάταξη των γεωπολιτικών συμφερόντων σε ένα πολυπολικό πλέον κόσμο, έχουν επιφέρει, ελλείψει ρεαλιστικών προτάσεων και πολιτικών προγραμμάτων, την αναβίωση ιδεοληψιών περί ισλαμοχριστιανικού πολέμου και την εργαλειοποίηση των θρησκειών  με άμεσο επακόλουθο την άνοδο της ισλαμοφοβίας, την στοχοποίηση του μουσουλμανικού κόσμου και την καταφυγή σε μια αποκαλυπτική αφήγηση, η οποία συναιρεί τη συνωμοσιολογία με τον ανορθολογισμό. Στο παρόν κείμενο θα εξετάσουμε τη σχέση της ισλαμικής τρομοκρατίας  με τη δυτική παράδοση καθώς και τις σύγχρονες μορφές του φονταμενταλισμού.

Η πεποίθηση ότι ισλαμικός ριζοσπαστισμός αναπτύχθηκε αυτόνομα χωρίς να δεχθεί επιρροές από τη δυτική νεωτερικότητα, είναι ιστορικά και πολιτικά ανακριβής. Ο Οlivier Roy ορθά επισημαίνει ότι «η πραγματική γέννηση της al-Qaeda συνδέεται περισσότερο με μία δυτική παράδοση ατομικής και πεσιμιστικής εξέγερσης με στόχο ένα ασύλληπτο ιδεώδες παρά με την αντίληψη του Κορανίου για τον μαρτυρικό θάνατο». Πράγματι, οι περιπτώσεις των Sayyid Qutb και Αli Shariati επιβεβαιώνουν τα ανωτέρω. Αμφότεροι, είχαν σπουδάσει σε γαλλικά πανεπιστήμια και ήρθαν σε άμεση επαφή με τη ευρωπαϊκή πνευματική παράδοση [1]. Το όραμα του Sayyid Qutb, θεωρητικού του ισλαμικού ριζοσπαστισμού, για τη σπουδαιότητα μιας επαναστατικής εμπροσθοφυλακής και την αναγκαιότητα της επαναστατικής βίας  έχει τις ρίζες του στις αντίστοιχες πεποιθήσεις των Ιακωβίνων και των λενινιστών. Από την άλλη πλευρά, η αντίληψη του ηγέτη του ιρανικού φονταμενταλισμού, Αli Shariati  για τη φύση του μαρτυρικού θανάτου ως προσωπικής επιλογής έχει δεχθεί επιρροές από τη θεωρητική σύλληψη της υπαρξιακής επιλογής του Μartin Heidegger [2].

Παράλληλα, ο ισλαμικός φονταμενταλισμός βρίσκεται σε απόλυτη αντιστοιχία με το χριστιανικό. Και οι δύο αποτελούν μια σύνθεση αποκαλυπτικού μύθου και ουτοπίας -που απορρίπτει το διαφωτισμό και την πνευματική παρακαταθήκη του- και αναπτύσσουν οργανωμένες μεθόδους συστηματικού προσηλυτισμού. Η χαλιφατική οumma αποτελεί μια υπεριστορική οικουμενική κοινότητα πίστεως, υπέρτατος νόμος της οποίας είναι η sharia (μουσουλμανικός νομικός κώδικας). Επικαλούμενοι το djihad (αγώνας του πιστού), οι ισλαμοεξτρεμιστές αγωνίζονται πρωτίστως κατά των εκφυλισμένων -λόγω της υιοθέτησης του δυτικού μοντέλου-προτύπου έθνους-κράτους και του ετεροκαθορισμού τους από το δυτικοοικονομικό σύστημα- κατά πολιτικών καθεστώτων των χωρών τους και σε γενικότερο επίπεδο μάχονται κατά των κακών μουσουλμάνων, των απίστων,  των ομοφυλοφίλων, των Εβραίων και της «μολυσματικής» δυτικής κουλτούρας εν γένει. Αναλογικά, διάφορες ευαγγελικές σέκτες, οι οποίες έχουν αναπτύξει ακόμη μεγαλύτερη δυναμική τα τελευταία χρόνια, διακηρύττουν τη μεσσιανική θεωρία περί «σχεδίου του Θεού», υποστηρίζοντας ότι η χριστιανική επανάκτηση της Μέσης Ανατολής και η δημιουργία ενός ισχυρού κράτους του Ισραήλ θα αποτελέσουν τον προάγγελο της επιστροφής του Μεσσία στη Γη. Και στην περίπτωση των ακραίων ευαγγελιστών στο στόχαστρο δεν μπαίνουν μόνο οι μουσουλμάνοι αλλά και διάφορες άλλες κοινωνικές ομάδες που διεκδικούν την αναγνώριση και απόλαυση των ατομικών τους ελευθεριών. Είναι χαρακτηριστικό ότι η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου δικαιολογήθηκε από τους ευαγγελιστές σεκταριστές ως  τιμωρία του Θεού για την επιείκεια, την οποία επέδειξαν οι κυβερνήσεις στο ζήτημα των ομοφυλοφίλων, των αμβλώσεων κ.α. [3].

Η εργαλειοποίηση όμως του θρησκευτικού -και κυρίως του ισλαμικού στην ενεστώσα συγκυρία- ριζοσπαστισμού αποτελεί ταυτόχρονα μέσο συντήρησης του δυτικού ιμπεριαλιστικού φονταμενταλισμού. Η  επέμβαση στο Ιράκ το 2003 και ο εκφυλισμός της Αραβικής Άνοιξης σε Αραβικό Χειμώνα το 2011, κατέδειξαν τις συστημικές μεθόδους διαστρέβλωσης και υπονόμευσης του δημοσίου διεθνούς δικαίου από την πλευρά των μεγάλων και περιφερειακών δυνάμεων και δρώντων προς εξυπηρέτηση των γεωπολιτικών τους συμφερόντων. Η στρατιωτική επέμβαση στο Ιράκ διεξήχθη στο πλαίσιο του «Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας» και της προληπτικής άμυνας. Στην ουσία, αποτέλεσε μέσο επίδειξης ισχύος της αμερικανικής ηγεμονίας, της απόκτησης ελέγχου επί των αποθεμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων των αγγλοαμερικανικών πετρελαϊκών πολυεθνικών επιχειρήσεων και την ανάσχεση των αναδυόμενων -τότε- γεωστρατηγικών πόλων ισχύος, της Ρωσίας και Ευρώπης. Προκειμένου να νομιμοποιήσουν την επέμβασή τους, ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο κατέφυγαν στην Απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας 687 της 29ης Νοεμβρίου του 1990, η οποία αφορούσε τον πόλεμο μεταξύ Ιράκ-Κουβέιτ στον Περσικό Κόλπο με στόχο -τυπικά- την ανάκτηση της κουβεϊτιανής εθνικής κυριαρχίας. Οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο παραθεωρώντας το πνεύμα και τον σκοπό του συστήματος ασφάλειας του ΟΗΕ, υποστήριξαν ότι η απόφαση 687 διατηρούσε την ισχύ της και  παρείχε σιωπηρή εξουσιοδότηση (implied authorization) για τη χρήση βίας από τα κράτη, κάθε φορά που θα διαπιστωνόταν η παραβίαση των όρων της εν λόγω απόφασης από το Ιράκ. Το  επιχείρημα αυτό ήταν νομικά ανακριβές και επικίνδυνο καθώς οδηγούσε στην αυθαίρετη πρωτοβουλία μονομερούς λήψης στρατιωτικών μέτρων από τα εκάστοτε πρόθυμα κράτη και τους υπόλοιπους διεθνείς δρώντες, υποσκελίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αποκλειστική αρμοδιότητα του Συμβουλίου Ασφαλείας για την ενεργοποίηση του συστήματος συλλογικής ασφάλειας του ΧΗΕ  (άρθρο 39ΧΗΕ, Κεφ. 7)[4].

Η προσχηματική επίκληση του δόγματος του «Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας» παραχαράσσει παράλληλα και την ιστορία του δυτικού επεμβατισμού, των μεθόδων επιβολής του και των καταστροφικών αποτελεσμάτων του στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Το αφήγημα της ανάγκης του προληπτικού πόλεμου (preventive war) κατά του αυταρχικού καθεστώτος του Saddam Hussein λόγω των υποτιθέμενων διασυνδέσεων του με την τρομοκρατική οργάνωση al-Qaeda, η οποία ευθυνόταν για τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, εσκεμμένα παραγνώριζε τους ιστορικούς δεσμούς της αμερικανικών και αγγλικών επιτελείων εξωτερικής πολιτικής με τα αυταρχικά αραβικά καθεστώτα και την ισλαμική τρομοκρατία. Χαρακτηριστικά, ο Zbigniew Brzezinski, σύμβουλος ασφαλείας του προέδρου Jimmy Carter υποστήριξε ένα σχέδιο αξιοποίησης των mujahedin της al-Qaeda στο Αφγανιστάν, το οποίο αποσκοπούσε στην αποτροπή της σοβιετικής διείσδυσης στον Περσικό Κόλπο. Aκόμη,  τα απόρρητα έγγραφα της CIA που έφερε το περιοδικό Foreign Policy στη δημοσιότητα, καταμαρτύρησαν την -καταλυτικής σημασίας- αρωγή των ΗΠΑ στο δικτατορικό καθεστώς του S. Ηussein κατά τη χημική επίθεσή του τελευταίου εναντίον  του Ιράν την περίοδο του οκταετούς πολέμου μεταξύ των δύο χωρών (1980-1988) [5]. Περαιτέρω, οι ολέθριες συνέπειες της μονομερούς επέμβασης των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου, ήταν εμφανείς τα επόμενα χρόνια. Η απώλεια εκατοντάδων χιλιάδων ανθρωπίνων ζωών, η  υπέρογκου κόστους και ισχνών αποτελεσμάτων ανοικοδόμηση της χώρας, η αύξηση της σιιτικής-ιρανικής επιρροής στην ευρύτερη περιοχή και η γέννηση του ισλαμικού κράτους του Ιράκ (ΙSI) (αντανάκλαση του οποίου θα αποτελέσει η αναγέννηση του Ισλαμικού Κράτους- Daesh του Ιράκ και της Συρίας (ISIS) το 2014 κατά τη διάρκεια του συριακού εμφυλίου πολέμου), θα προοιωνίσουν την κλιμάκωση των εντάσεων και τον κίνδυνο  νέων αναφλέξεων στα μουσουλμανικά κράτη.

Οι παραπάνω δυσοίωνες προβλέψεις επιβεβαιώθηκαν με τη μετεξέλιξη των καταρχάς ενθαρρυντικών κοσμικών εξεγέρσεων σε Βόρεια Αφρική και Μέση Ανατολή το 2011 σε μεγάλης κλίμακας εμφυλίων πολέμων. Η ανείπωτη ανθρωπιστική κρίση σε Συρία και Υεμένη και η διάλυση της Λιβύης, κατέδειξαν ουσιαστικά την ακηδία των διεθνών δρώντων για τη διασφάλιση της παγκόσμιας ειρήνης. Το Συμβούλιο Ασφαλείας με την απόφαση 2249 του 2015 (απόφαση ανάλογη με την UN/Docs/RES/1973, 17,March 2011 για την επέμβαση στη Λιβύη), εξουσιοδοτούσε τα πρόθυμα κράτη να επέμβουν  λαμβάνοντας «όλα τα αναγκαία μέτρα» προκειμένου να αναχαιτιστεί το Ισλαμικό Κράτος (ISIS) στη Συρία και να  προστατευθεί ο άμαχος πληθυσμός από τις βίαιες επιθέσεις του ISIS και των κυβερνητικών δυνάμεων. Η γενικότητα της εξουσιοδότησης σχετικά με τη λήψη «όλων των αναγκαίων μέτρων» ενείχε  τον κίνδυνο της καταχρηστικής εφαρμογής της από τα πρόθυμα κράτη προς εξυπηρέτηση των γεωπολιτικών τους συμφερόντων παρεκκλίνοντας με αυτόν τρόπο από τον στόχο της εξουσιοδότησης του Συμβουλίου Ασφαλείας, η οποία συνίστατο στην  αποκατάσταση της ειρήνης και της συλλογικής ασφάλειας. Πράγματι, οι εμφύλιες συρράξεις στη Συρία (κυρίως), τη Λιβύη και την Υεμένη αποτέλεσαν πρωτίστως το πεδίο-θέατρο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στο πλαίσιο της αναδιαμόρφωσης γεωπολιτικών τους στοχεύσεων. Ειδικότερα, η κατάσταση στη Συρία ήταν μέρος του σχεδίου της ηγεμονικής απεμπλοκής των ΗΠΑ στην περιοχή με ταυτόχρονη εγκατάσταση ισλαμικών καθεστώτων-δορυφόρων της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής απωθητικών (κυρίως) προς τη Ρωσία, το Ιράν και την Κίνα και της αξιοποίησης του κενού της απεμπλοκής των ΗΠΑ από τη Ρωσία και τα ευρωπαϊκά κράτη. Παράλληλα, στο πλαίσιο της ισλαμοεθνικιστικής και αναθεωρητικής της εξωτερικής πολιτικής, η Τουρκία, προσπαθώντας να αναδειχθεί σε σοβαρή περιφερειακή δύναμη, αξιοποίησε -με την ανοχή των ΗΠΑ και των άλλων μελών του συμμαχικού συνασπισμού- τους τζιχαντιστικούς πυρήνες, αποσκοπώντας στην παράνομη διακίνηση όπλων και στην εξάλειψη  του κουρδικού στοιχείου, υποδαυλίζοντας  με αυτόν το τρόπο έτι περαιτέρω την εμφύλια σύρραξη στην περιοχή.

Το déjà-vu των καταστροφικών ιμπεριαλιστικών πολιτικών των δυτικών κρατών συνυφαίνεται όμως και με  την ίδια τη φύση του σύγχρονου καπιταλισμού. Ο John Gray επισημαίνει εύστοχα ότι «ο πόλεμος (στο Ιράκ) υπηρέτησε ένα οικονομικό σύστημα που  απαγορεύει τις μακροπρόθεσμες  δεσμεύσεις. Στον καπιταλισμό-καζίνο που επικρατεί στις αρχές του 21ου αιώνα, η επένδυση έχει αντικατασταθεί από τον τζόγο, και σύντομα ο πόλεμος θα καταγραφεί ως ένα ακόμη αποτυχημένο στοίχημα». Πράγματι, τις τελευταίες δεκαετίες το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα έχει αποκαλύψει την επιθετική δυναμική του με τις ακραίες μεταμορφώσεις του. Ο αρπακτικός καπιταλισμός που συνιστά μία από αυτές, διαθέτει φονταμενταλιστικά χαρακτηριστικά. Η κατίσχυση του χρηματιστικού κεφαλαίου, η πιστή υιοθέτηση του μοντέλου της αρρύθμιστης αγοράς  κατά τις υποδείξεις του F. Hayek και η μονοδιάστατη προώθηση της παγκοσμιοποίησης προς εξυπηρέτηση της καπιταλιστικής συσσώρευσης, μεθοδεύουν τη συστηματική αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, την υπονόμευση οποιασδήποτε συλλογικής δράσης  υπέρ της παγκόσμιας ευημερίας και την μεταμόρφωση-υποβάθμιση των πολιτών σε απλή αναλώσιμη κατηγορία-εμπόρευμα [6].

Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η καταστροφική υιοθέτηση μνημονιακών πολιτικών λιτότητας από τις υπερχρεωμένες χώρες -με την Ελλάδα να αποτελεί το χαρακτηριστικό παράδειγμα προς αποφυγή- και η αδηφάγα απομύζηση των φυσικών  πόρων καλυμμένη υπό το μανδύα της κεφαλαιοκρατικής «αξιοποίησης», αποτελούν μερικά από τα αποτυπώματα  της επιθετικής επέλασης του αρπακτικού καπιταλισμού. Η κατάρρευση της Lehman Brothers και η μετακύλιση του κόστους/βάρους διάσωσης του τραπεζικού συστήματος/ιδιωτικού χρέους στους πολίτες-φορολογουμένους, επέτειναν την οικονομική ανασφάλεια των τελευταίων. Η ποσοτική χαλάρωση, στην οποία προέβη ο πρόεδρος της Fed, ωφέλησε -όπως αποδείχθηκε εν τέλει- τους χρηματιστικούς φορείς και τις τράπεζες [7]. Παράλληλα, η Ελλάδα αποδείχθηκε ουσιαστικά, το πειραματόζωο της  ευρωπαϊκής διαχείρισης της οικονομικής κρίσης. Η κρίση χαρακτηρίστηκε ως «εξυγιαντική» και αποτέλεσε τη δικαιολογητική βάση της επιβολής σκληρών μέτρων λιτότητας, τα οποία βαφτίστηκαν ως «διαρθρωτικά». Το άμεσο αποτέλεσμα της δεκαετούς εφαρμογής των μέτρων αυτών, ήταν η απώλεια του ελληνικού ΑΕΠ κατά 25%, η αποσάθρωση των κοινωνικών δομών, η δραματική αύξηση της ανεργίας και η μαζική μετανάστευση νέων επιστημόνων στο εξωτερικό (brain-drain) προς ανεύρεση  ευκαιριών αξιοπρεπούς διαβίωσης και προοπτικών επαγγελματικής εξέλιξης. Η ανάκτηση δε της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας της χώρας αποδεικνύονται σήμερα μια φενάκη. Την ίδια στιγμή, η κατάρρευση της βιοποικιλότητας από τη συστηματική αποψίλωση των δασών (με πρόσφατο παράδειγμα την αποψίλωση των δασών του Αμαζονίου και της Αυστραλίας), τη χαμηλών εγγυήσεων βιομηχανική κτηνοτροφία και την έλλειψη συντονισμένης στρατηγικής για τη διαχείριση της κλιματικής προοιωνίζουν την περιοδική αύξηση ακραίων καιρικών φαινομένων και της εμφάνισης νέων επιδημιών. Η περιβαλλοντική υποβάθμιση έχει  ακόμη και ταξικές διαστάσεις, καθώς η πρόσφατη  έκθεση WWF, υπό τον τίτλο Living Planet (2018), κατέδειξε ότι το πλουσιότερο 10% συνιστά τον κύριο υπεύθυνο για τις εκπομπές  του άνθρακα [8].

Όλα τα παραπάνω, αποτέλεσαν τον προπομπό της ανάδυσης απρόβλεπτων κρίσεων. Μία από αυτές, ήταν η εμφάνιση του ιού Covid-19 το προηγούμενο έτος, που βρήκε την αναπτυγμένη Δύση απροετοίμαστη και πολιτικά και κοινωνικά εκτεθειμένη μπροστά στις συστημικές της παθογένειες.  Η του αύξηση του πλούτου  των δισεκατομμυριούχων κατά 1 τρισ. δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί με το κόστος των αμερικανικών προγραμμάτων φαρμακοϊατρικής περίθαλψης Madicare και Μedicaid, κατά τη διάρκεια της πανδημίας και το αφήγημα της «ανοσίας της αγέλης» συνιστούν τις κυνικές αποκρυσταλλώσεις του αντικοινωνικού και ανισόρροπου χαρακτήρα του σύγχρονου καπιταλισμού [9].

Η πρόταξη της ατομικής ευθύνης ως αποκλειστικής λύσης-μονόδρομου και η  επώμιση  του βάρους διαχείρισης της πανδημίας από τον πολίτη-άτομο, εγγράφεται στη «λογική» του θατσερικού δόγματος ότι «δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν μόνο τα άτομα και οι οικογένειές τους» και αποτελεί μέσο απόκρυψης της έλλειψης  των υγειονομικών υποδομών και το προκάλυμμα της συστηματικής αποποίησης των συνταγματικών και νομικών υποχρεώσεων του κράτους για τη λήψη των αναγκαίων θετικών μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας [10].

Τούτων δοθέντων, η ανθρωπότητα του 21ου αιώνα, παρά τη ραγδαία τεχνολογική και επιστημονική πρόοδο των τελευταίων δεκαετιών, βρίσκεται εγκλωβισμένη μέσα στην δυστοκία του παρόντος και αντιμέτωπη με τη δυστοπία του μέλλοντος. Μέσα στο καθεστώς ακραίας ταξικής πόλωσης και της γενικευμένης αστάθειας ο άνθρωπος-πολίτης του αιώνα μας βιώνει –εκ νέου- μία κρίση, η οποία σύμφωνα με τον Α.Gramsci έγκειται: Aκριβώς στο γεγονός ότι το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί και σε αυτό το μεσοδιάστημα εμφανίζονται τα πιο ποικίλα παθολογικά φαινόμενα [11]. Ο γκετοποιημένος μουσουλμάνος, θύμα του ψευδεπίγραφου κοσμοπολιτισμού των δυτικών κοινωνιών, βιώνοντας καθημερινά το ρατσισμό και τον αποκλεισμό, αναζητά την κοινωνική ταυτότητα και ένταξή του, -διά και εναντίον- του υπάρχοντος συστήματος, καταφεύγοντας είτε στην παρανομία είτε στη ριζοσπαστικοποίηση αναλαμβάνοντας την κοινωνική -επιτέλους- αποστολή του ως μάρτυρας-φορέας Αποκάλυψης ενός άλλου «δικαιότερου» κόσμου. Από την άλλη πλευρά, στην προηγμένη Δύση, η απογοήτευση από τον εκμαυλισμό της κατεστημένης ελίτ, η γενικευμένη οικονομική ανασφάλεια και ο εγκλωβισμός -μέσα- στην επιβεβλημένη αφομοίωση του α-πολίτικου προτύπου του ματαιόδοξου πολίτη -καταναλωτή, εξηγούν την επιρρέπεια, μεγάλου μέρους των πολιτών, στις νεο-εθνικιστικές και νεο-φασιστικές αφηγήσεις των διάφορων ιδιοτελών εθνοεπαγγελματιών και εγωπαθών πολιτικάντηδων τύπου Trump και Orban.

Το φαινόμενο του τραμπισμού και της ορμπανοποίησης δεν είναι συγκυριακό και τείνει να ενσταλαχθεί ως κανονικότητα στη συνείδηση  των περισσοτέρων, όσο δεν  λαμβάνονται σοβαρές πρωτοβουλίες προώθησης εναλλακτικών πολιτικών (πχ. δικαιότερη ανακατανομή του πλούτου, φορολόγηση πολυεθνικών εταιρειών, θέσπιση παγκόσμιου κατώτατου μισθού, κανονιστική αναβάθμιση του περιβαλλοντικού δικαίου κ.α ) και οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις βρίσκονται σε κατάσταση ιδεολογικής αμβλυωπίας. Η αναδίπλωση , άλλωστε, -κυρίως μετά την εκλογή του Donald Trump στην προεδρία των ΗΠΑ, το Νοέμβριο του 2016- του εμπνευστή του ιδεολογήματος του «Τέλους της Ιστορίας», Francis Fukuyama, σχετικά με την μονοκρατορία του παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελεύθερου κοσμοειδώλου [12] και η παραίνεσή του για  επιστροφή στις σοσιαλιστικές ιδέες [13], έρχεται προς επίρρωση της –πλέον- διαπιστούμενης ανάγκης για μία ριζική ανακατασκευή του σύγχρονου πολιτικοοικονομικού συστήματος.

Τελικά, όσο η διαλεκτική του κοινωνικού γίγνεσθαι θα χειραγωγείται από  ατομικιστικά δόγματα και τη μηδενιστική σχετικοποίηση  των νοηματοφόρων κινημάτων και πολιτικών δράσεων, τόσο  περισσότερο οι στίχοι του Αrthur Rimbaud θα αποδεικνύονται πιο επίκαιροι από ποτέ:

{….} Χερσόνησος λικνίζοντας στις όχθες μου τις έριδες,

την κόπρο κιτρινόφθαλμων πουλιών που εθορυβούσαν,

κι έλαμνα ενώ κατέβαιναν απ’ τα σχοινιά μου ανάμεσα

πνιγμένοι που το λίκνο τους στα βάθη αποζητούσαν…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ