ΓΝΩΜΕΣ
“Εγγυημένες Τιμές στο Χωράφι: Μύθος ή Πολιτική Επιλογή;”
Γράφει ο πρώην Δήμαρχος Σοφάδων, Μπάμπης Παπαδόπουλος
Στις πρόσφατες αγροτικές κινητοποιήσεις που συγκλόνισαν τη χώρα και ιδιαίτερα τον Θεσσαλικό κάμπο, κυρίαρχο αίτημα υπήρξε η «Κατώτατη Εγγυημένη Τιμή». Ένα αίτημα βαθιά δίκαιο, που εκφράζει την αγωνία ενός κλάδου ο οποίος παλεύει καθημερινά για την επιβίωσή του, την ώρα που το κόστος παραγωγής εκτοξεύεται και οι τιμές πώλησης καταρρέουν.
Η κυβέρνηση απέρριψε το αίτημα χωρίς δεύτερη σκέψη, επικαλούμενη για ακόμη μία φορά την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους κανόνες του ανταγωνισμού. Το μόνιμο αφήγημα ότι «οι Βρυξέλλες δεν μας αφήνουν» χρησιμοποιείται ως άλλοθι αδράνειας. Είναι όμως πράγματι έτσι;
Η απάντηση έρχεται από την Ισπανία, μια χώρα που αντιμετωπίζει τον αγροτικό της τομέα ως στρατηγικό πυλώνα και όχι ως βάρος. Εκεί, η κυβέρνηση δεν όρισε αυθαίρετα τιμές, κάτι που πράγματι απαγορεύεται από το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Επέλεξε, όμως, μια ουσιαστική πολιτική παρέμβαση.
Με τον «Νόμο για την Αλυσίδα Τροφίμων», απαγορεύτηκε ρητά η πώληση αγροτικών προϊόντων κάτω από το κόστος παραγωγής. Κανένα συμβόλαιο δεν θεωρείται νόμιμο εάν η συμφωνημένη τιμή δεν καλύπτει αποδεδειγμένα τα έξοδα και την αξία της εργασίας του αγρότη. Την εφαρμογή του νόμου ανέλαβε ανεξάρτητη αρχή, η AICA, η οποία επιβάλλει αυστηρά πρόστιμα στους παραβάτες.
Στη χώρα μας, και ειδικά στην Καρδίτσα, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Στην εμπορία αγροτικών προϊόντων, όπως το βαμβάκι, η βιομηχανική ντομάτα, ο καπνός και το σιτάρι, κυριαρχεί η στρέβλωση της λεγόμενης «συμβολαιακής γεωργίας».
Ας μιλήσουμε καθαρά. Ποιος άλλος επαγγελματίας λειτουργεί με τέτοιους όρους; Ποιος εργολάβος θα αποδεχόταν «ανοιχτή τιμή» για μια οικοδομή, έχοντας ήδη πληρώσει υλικά και εργατικά; Ποιος θα ένιωθε ασφαλής γνωρίζοντας ότι θα πληρωθεί μετά από μήνες, ανάλογα με το πώς θα κινηθεί το χρηματιστήριο του σιδήρου και του μπετόν; Για κάθε άλλον κλάδο αυτό θα ήταν αδιανόητο. Για τον αγρότη, όμως, παρουσιάζεται ως κανονικότητα.
Ο παραγωγός δεσμεύεται με συμβόλαιο να παραδώσει συγκεκριμένη ποσότητα και ποιότητα προϊόντος, αλλά συχνά παγιδεύεται στην «ανοιχτή τιμή». Παραδίδει τη σοδειά του χωρίς καμία τιμολογιακή ασφάλεια και περιμένει εκ των υστέρων την εκκαθάριση, όταν το προϊόν έχει ήδη φύγει από τα χέρια του. Το αποτέλεσμα είναι να παραμένει διαρκώς εκτεθειμένος και οικονομικά ευάλωτος.
Η λύση δεν βρίσκεται στην κατάργηση των συμβολαίων, αλλά στη θωράκισή τους. Η βάση κάθε συμβολαίου οφείλει να είναι το πραγματικό κόστος παραγωγής. Οτιδήποτε χαμηλότερο δεν μπορεί να γίνεται ανεκτό και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αθέμιτη πρακτική.
Η Ευρώπη παρέχει τα απαραίτητα εργαλεία, όπως απέδειξε το ισπανικό παράδειγμα. Αυτό που λείπει στην Ελλάδα δεν είναι το θεσμικό πλαίσιο, αλλά η πολιτική βούληση. Η κυβέρνηση οφείλει να πάψει να κρύβεται πίσω από «κοινοτικές δικαιολογίες» για να αποφύγει τη σύγκρουση με ισχυρά συμφέροντα.
Το ζήτημα δεν είναι τεχνικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Γιατί, στο τέλος της ημέρας, το χωράφι είναι ένα «ανοιχτό εργοστάσιο». Δεν είναι καζίνο, για να παίζεται στην τύχη ο κόπος μιας ολόκληρης χρονιάς.
