“Φίμωση δημοσιογράφων και δίκαιο: Σχέση παράνοιας”

Γράφει η Αλεξία Σιδέρη -Νομική Σύμβουλος

*Σειρά άρθρων στο “The Socialist” της Αλεξίας Σιδέρη – Νομικής Συμβούλου 

Τα τελευταία χρόνια, η εκτίμηση πολλών εξ’ημών προς τα ΜΜΕ κλυδωνίστηκε.

Η πρόσφατη οικονομική στήριξη σε πλήθος μέσων ως μέτρο προώθησης του επιτελικού σχεδιασμού για την αντιμετώπιση της πανδημίας Covid19, γιγάντωσε τη δυσαρέσκεια προς ευρύ φάσμα φορέων ενημέρωσης. Για αυτό το λόγο, όταν πραγματοποιούνται επιθέσεις προς δημοσιογράφους είναι δύσκολο να καταστούν ορατές στο ευρύ κοινό καθώς η αποδοκιμασία προς την έννοια των ΜΜΕ αποτρέπει μία ψύχραιμη θεώρηση της κατάστασης.

Τους τελευταίους μήνες, ειδικά στο δεύτερο κύμα επιβολής περιοριστικών της κυκλοφορίας μέτρων έχουν σημειωθεί αρκετά ανησυχητικά περιστατικά. Αγωγές με τεράστιες απαιτήσεις αποζημίωσης, δικονομικά αβάσιμες διώξεις κατά δημοσιογράφων, εκφοβισμός φωτορεπόρτερ, δολοφονία και καταγγελία προσχεδιασμένης επίθεσης εις βάρος δημοσιογράφων.

Δεν πρόκειται για απλές λέξεις, αλλά για ένα τρομακτικό φαινόμενο που πλέον αποτελεί κομμάτι της ελληνικής πραγματικότητας. Το Slapp από το ακρωνύμιο Strategic Lawsuits Against Public Participation, είναι ένδειξη πως η ελευθεροτυπία απειλείται περισσότερο από κάθε άλλη φορά. 

Μια πιθανή απόδοση και ορισμός του φαινομένου στα ελληνικά θα ήταν: σύνολο ενεργειών για παρεμπόδιση δημοσίευσης είδησης. Ένας ισχυρός φορέας ή και άτομο, με τη συνδρομή πλήθους δικηγόρων εκκινεί σειρά από νομικές διαδικασίες σε βάρος δημοσιογράφου/μέσου που ανέδειξε ή ερευνά ζητήματα δημοσίου συμφέροντος.

Ξεκινούν δηλαδή, μακροχρόνιες, πολύπλοκες ή παράλογες προς τον κοινό νου, δικαστικές διαδικασίες οι οποίες συνδυάζονται με προσπάθεια μείωσης του κύρους του δημοσιογράφου, επιθέσεις στον κυβερνοχώρο, οικονομικός περιορισμός, συνεχείς απειλές, επιθέσεις κατά της ακεραιότητας και πολλά άλλα. Η σχετική νομολογία και βιβλιογραφία επεκτείνεται συνεχώς καθώς η επίθεση κατά δημοσιογράφων μπορεί να εκδηλωθεί πολλαπλώς

Πρόκειται για δυσφήμηση ή έναν απλό λίβελλο; Για συκοφαντία ή προσβολή προσωπικότητας; Για παρακίνηση σε βία ή για βλάβη άλλου είδους;

Γενικά, οι ερωτήσεις προς δικαστική κρίση έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον και κάθε φορά αξίζει να διαβάσει κανείς το σκεπτικό των αποφάσεων αυτών. Βλέπουμε όμως πώς σταδιακά αναδεικνύεται το μεγαλύτερο ερώτημα, ποια η αξία της ελευθερίας της έκφρασης και πώς τα Μέσα Ενημέρωσης την προστατεύουν; Είναι ο τύπος ο θεματοφύλακας της Δημοκρατίας και πώς μπορεί ένας δημοσιογράφος να προστατευθεί όταν κάποιος ισχυρός αποφασίσει να του επιτεθεί;

Να διευκρινίσουμε πώς τέτοιες ενέργειες μπορεί να στραφούν και κατά ακτιβιστών ή και πολιτών που ασκούν δημόσια κριτική, ιδίως σε περιβαλλοντικά ζητήματα, όμως εδώ μας απασχολεί η προσπάθεια σίγασης μέσου.

Συνήθως, οι περισσότερες δίκες που σημειώνονται σε βάρος δημοσιογράφων σχετίζονται με δικαστική ερμηνεία της συκοφαντίας, της δυσφήμησης και παραβίασης προσωπικών δεδομένων. Εκεί, η εκάστοτε έδρα καλείται να σταθμίσει την ελευθερία της έκφρασης, το καθήκον και τη δεοντολογία που οφείλει να δεσμεύει την πένα και να εντοπίσει με χειρουργική ακρίβεια τυχόν παραβιάσεις.

Τις περισσότερες φορές, τα δικαστήρια προστατεύουν το δημοσιογράφο αλλά ο ισχυρός μηνυτής έχει πάντα τη δυνατότητα να επανέλθει και να συνεχίσει τη στοχοποίηση. 

Στη σειρά άρθρων που ακολουθεί, σκοπός είναι να εξετάσουμε τη συνταγματική πλευρά του ζητήματος με την επακόλουθη κοινωνική προέκταση, το Ευρωπαϊκό και εθνικό πλαίσιο και να αποπειραθούμε να σκιαγραφήσουμε μία σειρά πράξεων στις οποίες μπορεί να προβεί ένας δημοσιογράφος στα πλαίσια της προστασίας του έργου του.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ