ΔΙΕΘΝΗ
Γαλλία: Μπορούν οι προκριματικές να ενώσουν την Κεντροαριστερά αντί να τη διαλύσουν;
Ο Olivier Faure μπήκε επίσημα απέναντι στον Raphaël Glucksmann – Η μάχη για την ηγεμονία στη γαλλική σοσιαλδημοκρατία και το ευρωπαϊκό στοίχημα της επόμενης ημέρας
Η γαλλική Κεντροαριστερά περνά πλέον από τη θεωρία στην πραγματική πολιτική αναμέτρηση. Ο πρώτος γραμματέας του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PS), Olivier Faure, ανακοίνωσε επίσημα την υποψηφιότητά του στην προκριματική διαδικασία της Αριστεράς ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027, επιβεβαιώνοντας ότι η συζήτηση για την ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου μετατρέπεται πλέον σε πραγματική μάχη πολιτικής ηγεμονίας.
Απέναντί του βρίσκεται ο Raphaël Glucksmann, ευρωβουλευτής και επικεφαλής της Place publique, ο οποίος είχε ήδη ανακοινώσει τη συμμετοχή του και εμφανίζεται αυτή τη στιγμή ως ένα από τα ισχυρότερα πρόσωπα του σοσιαλδημοκρατικού χώρου. Παρά την παρουσία και άλλων υποψηφιοτήτων, όλα δείχνουν ότι η πολιτική αντιπαράθεση θα περιστραφεί σε σημαντικό βαθμό γύρω από τους δύο.
Δεν πρόκειται, όμως, απλώς για μια μάχη προσώπων. Πρόκειται για την αναμέτρηση δύο διαφορετικών στρατηγικών για το πώς μπορεί η γαλλική σοσιαλδημοκρατία να επιστρέψει στο κέντρο της πολιτικής εξίσωσης μετά την εποχή Μακρόν και υπό την πίεση μιας εξαιρετικά ισχυρής Ακροδεξιάς.
Blois: Η συμφωνία να μη βγει κανείς πολιτικά κατεστραμμένος
Στο θερινό συνέδριο του Parti Socialiste στο Blois, οι δύο πλευρές επιχείρησαν συνειδητά να διαμορφώσουν έναν άτυπο «κώδικα καλής συμπεριφοράς». Η επιδίωξη είναι σαφής: η προκριματική να αποτελέσει διαδικασία πολιτικής σύνθεσης και όχι μηχανισμό αλληλοεξόντωσης.
Η λογική είναι εύκολη στη διατύπωσή της, πολύ δυσκολότερη όμως στην εφαρμογή της. Ο νικητής πρέπει να βγει ισχυρότερος από την κάλπη και όχι τραυματισμένος από τους ίδιους τους ανθρώπους που θα χρειαστεί την επόμενη ημέρα. Αυτό ακριβώς αποτελεί το μεγάλο στοίχημα μιας προκριματικής όταν διεξάγεται σε έναν κατακερματισμένο πολιτικό χώρο.
Η γαλλική Αριστερά γνωρίζει από την ιστορία της ότι μια διαδικασία που σχεδιάζεται για να παράξει ενότητα μπορεί πολύ εύκολα να βαθύνει τις υπάρχουσες διαχωριστικές γραμμές. Και αυτή τη φορά το διακύβευμα είναι ακόμη μεγαλύτερο: απέναντί της βρίσκεται μια ενισχυμένη Ακροδεξιά, ενώ ολόκληρο το γαλλικό πολιτικό σύστημα προετοιμάζεται για την μετα-Μακρόν εποχή.
Glucksmann και Faure: Η πραγματική διαφορά βρίσκεται στον Mélenchon
Πίσω από τη δημόσια εικόνα πολιτικού πολιτισμού υπάρχει μια βαθιά στρατηγική διαφωνία. Και αυτή αφορά πρωτίστως τη σχέση της σοσιαλδημοκρατίας με τη La France Insoumise του Jean-Luc Mélenchon.
Ο Glucksmann επιμένει ότι η δημοκρατική και φιλοευρωπαϊκή Αριστερά πρέπει να αποκτήσει σαφή πολιτική αυτονομία από τη LFI. Η στρατηγική του στηρίζεται στη δημιουργία ενός ισχυρού προοδευτικού πόλου που θα μπορεί να απευθυνθεί πέρα από τα παραδοσιακά όρια της Αριστεράς, χωρίς πολιτική εξάρτηση από τον Mélenchon.
Ο Faure κινείται διαφορετικά. Δεν ταυτίζεται με τη LFI, αλλά αρνείται να κλείσει προκαταβολικά όλες τις πόρτες προς τα αριστερά. Η θέση αυτή δεν αφορά μόνο την προεδρική εκλογή. Αφορά την επόμενη ημέρα, τις βουλευτικές εκλογές, τις πιθανές συνεργασίες με Οικολόγους και Κομμουνιστές και τελικά τη δυνατότητα συγκρότησης κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες αντιφάσεις του γαλλικού εγχειρήματος: άλλο πολιτική αυτονομία και άλλο εκλογική απομόνωση. Ένα κόμμα μπορεί να διεκδικεί καθαρή ιδεολογική και πολιτική ταυτότητα χωρίς να ακυρώνει εκ των προτέρων κάθε δυνατότητα συνεργασίας όταν η αριθμητική της κάλπης επιβάλλει συνθέσεις.
Οι προκριματικές εκλογές ως μηχανισμός ανασύνθεσης
Αυτό είναι και το στοιχείο που καθιστά τη γαλλική περίπτωση ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα για ολόκληρη την Ευρώπη. Η συγκεκριμένη διαδικασία δεν επιχειρεί απλώς να απαντήσει στο ερώτημα ποιος είναι δημοφιλέστερος.
Καλείται να επιλύσει ταυτόχρονα τρία διαφορετικά προβλήματα: ποιος μπορεί να εκπροσωπήσει τη σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία, μέχρι πού μπορούν να φτάσουν οι προοδευτικές συνεργασίες και με ποιους κανόνες μπορεί να υπάρξει εσωτερικός ανταγωνισμός χωρίς να μετατραπεί σε πολιτικό εμφύλιο.
Αυτό ακριβώς διαφοροποιεί μια πραγματική διαδικασία πολιτικής ανασύνθεσης από έναν ακόμη ανταγωνισμό κομματικών μηχανισμών. Η προκριματική αποκτά αξία μόνο εφόσον δημιουργεί νομιμοποίηση, συμμετοχή και πολιτική δυναμική για εκείνον που θα επικρατήσει.
Διότι η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στην κάλπη. Βρίσκεται κυρίως στην επόμενη ημέρα.
Το μεγάλο τεστ: Να παραδώσει η κάλπη έναν ισχυρό νικητή
Η συμμετοχή θα αποτελέσει κρίσιμο δείκτη για την επιτυχία του εγχειρήματος. Μια προκριματική περιορισμένης πολιτικής και κοινωνικής απήχησης μπορεί να αναδείξει έναν τυπικό νικητή, δύσκολα όμως θα του προσδώσει την πολιτική νομιμοποίηση που απαιτεί μια προεδρική αναμέτρηση.
Η πραγματική δοκιμασία επομένως δεν θα είναι μόνο ποιος θα κερδίσει. Θα είναι πόσους πολίτες θα καταφέρει να κινητοποιήσει η διαδικασία και, κυρίως, πόσους από τους ψηφοφόρους των ηττημένων θα μπορέσει να κρατήσει ο νικητής την επόμενη ημέρα.
Γιατί μια προκριματική που παράγει έναν νικητή αλλά αφήνει πίσω της δύο ή τρία ηττημένα στρατόπεδα δεν αποτελεί μηχανισμό ενότητας. Αποτελεί απλώς έναν διαφορετικό τρόπο καταγραφής του κατακερματισμού.
Το γαλλικό εργαστήριο και το μήνυμα για την Ελλάδα
Η Γαλλία μετατρέπεται έτσι σε ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά εργαστήρια της ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς. Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραδοσιακή κομματική εκπροσώπηση υποχωρεί, η Ακροδεξιά ενισχύεται και οι προοδευτικές δυνάμεις αναζητούν έναν νέο κοινωνικό και πολιτικό συνασπισμό, οι Γάλλοι επιχειρούν κάτι πολύ πιο σύνθετο από μια απλή εκλογή υποψηφίου.
Επιχειρούν να μετατρέψουν την εσωτερική πολυφωνία σε πολιτική δύναμη.
Και αυτό κάνει τη γαλλική περίπτωση εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και για την ελληνική συζήτηση περί προοδευτικών συνεργασιών. Διότι το πραγματικό ερώτημα δεν είναι εάν διαφορετικά κόμματα και πρόσωπα μπορούν να συμφωνήσουν σε όλα. Προφανώς δεν μπορούν. Το κρίσιμο είναι εάν μπορούν να συμφωνήσουν στους κανόνες της μεταξύ τους σύγκρουσης και, κυρίως, στους κανόνες της επόμενης ημέρας.
Μια προκριματική διαδικασία μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής της ανασύνθεσης μόνο εφόσον προηγηθεί μια στοιχειώδης συμφωνία για το πολιτικό πλαίσιο, τη φυσιογνωμία του εγχειρήματος και την αποδοχή του αποτελέσματος. Διαφορετικά, η προσφυγή στη βάση δεν λύνει τις πολιτικές διαφορές. Απλώς τις μεταφέρει στην κάλπη.
Η γαλλική εμπειρία αξίζει, συνεπώς, συστηματική παρακολούθηση από την ελληνική Κεντροαριστερά. Εάν η διαδικασία παράξει μεγάλη συμμετοχή, καθαρή εντολή και πραγματική συσπείρωση γύρω από τον νικητή, θα έχει δημιουργήσει ένα μοντέλο που μπορεί να μελετηθεί σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.
Εάν, αντίθετα, εξελιχθεί σε πόλεμο μηχανισμών, αποκλεισμών και προσωπικών στρατηγικών, θα επιβεβαιώσει τον παλαιότερο φόβο του προοδευτικού χώρου: ότι πολλές φορές δεν ηττάται μόνο από τους πολιτικούς αντιπάλους του, αλλά και από την αδυναμία του να αποφασίσει πώς θέλει να κυβερνήσει πριν αρχίσει να συζητά ποιος θα τον οδηγήσει στην εξουσία.
