Connect with us

ΓΝΩΜΕΣ

Γιατί “φοβόμαστε” να μιλήσουμε για την ειρήνη; Η αναβίωση του πνεύματος της «Κίνησης των 6» ως επιτακτική ανάγκη της νέας εποχής

Published

on

Γράφει ο Γαβρής Άγγελος-Δημοσιογράφος/Μέλος ΕΣΗΕΜ-Θ

Στην Ευρώπη των ταραγμένων ημερών, όπου υπουργοί Άμυνας μεγάλων χωρών προεξοφλούν απώλειες νέων ανθρώπων και περιγράφουν το καλοκαίρι του 2025 ως το «τελευταίο της ειρήνης», η Ελλάδα μοιάζει καθηλωμένη σε μια σιωπή που δεν συνάδει ούτε με την ιστορική της ευθύνη ούτε με τα συμφέροντα του λαού της. Την ώρα που η Γαλλία μιλά δημόσια για «μάχες στις οποίες ίσως χάσουμε τα παιδιά μας» και η Γερμανία προετοιμάζει τον ευρωπαϊκό πληθυσμό για μια εποχή στρατιωτικής έντασης χωρίς προηγούμενο, η Αθήνα παραμένει εγκλωβισμένη σε φθαρμένα μοτίβα εξωτερικής πολιτικής, χωρίς το θάρρος μιας νέας στρατηγικής. Το γεγονός πως ακόμη και ο Έλληνας υπουργός Άμυνας επιδίδεται σε συζητήσεις περί «κουλτούρας αυτοθυσίας» αντί για κουλτούρα ειρηνικής διπλωματίας, αποκαλύπτει μια επικίνδυνη μεταφορά των ορίων δημόσιου διαλόγου.

Αυτό το κενό, αυτή η απουσία εθνικής γραμμής απέναντι σε ένα διεθνές περιβάλλον που θυμίζει τις πιο σκοτεινές σελίδες του Ψυχρού Πολέμου, αναδεικνύει πόσο επίκαιρη είναι η αναφορά στη «Κίνηση των 6». Εκείνη η ιστορική πρωτοβουλία του 1984, στην οποία πρωταγωνίστησαν ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Ούλοφ Πάλμε, η Ίντιρα Γκάντι, ο Μιγέλ ντε λα Μαδρίδ, ο Ραούλ Αλφονσίν και ο Τζούλιους Νυερέρε, είχε ένα ξεκάθαρο μήνυμα: καμία χώρα, όσο μεγάλη κι αν είναι, δεν δικαιούται να αποφασίζει μόνη για το μέλλον της παγκόσμιας ειρήνης. Ήταν μια κραυγή συντονισμένης αντίστασης απέναντι σε μια κούρσα εξοπλισμών που απειλούσε να τινάξει την υφήλιο στον αέρα. Δεν πέτυχε στο βαθμό που ήλπιζαν οι εμπνευστές της όχι επειδή ήταν αδύναμη, αλλά επειδή προηγήθηκαν οι δολοφονίες όσων τολμούσαν να αρθρώσουν έναν διαφορετικό λόγο.

Σήμερα, σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν συζητούν για μείωση εξοπλισμών αλλά για νέα ταμεία 800 δισεκατομμυρίων ευρώ με αποκλειστικό προσανατολισμό την πολεμική προετοιμασία. Η δημόσια συζήτηση καθορίζεται από στρατιωτικούς προϋπολογισμούς, από το πόσο «ανθεκτικοί» θα πρέπει να είναι οι ευρωπαϊκοί λαοί απέναντι σε εικόνες φερέτρων που τυλίγονται με σημαίες. Δεν υπάρχει καμία αναφορά σε ένα νέο ευρωπαϊκό σχέδιο ειρήνης, καμία δημόσια πρωτοβουλία που να θυμίζει την ηθική τόλμη της δεκαετίας του ’80. Η Ευρώπη κινείται συντεταγμένα προς μια επιθετική στρατηγική, χωρίς να έχει λογοδοτήσει στους πολίτες της γι’ αυτή την επιλογή.

Μέσα σε αυτή τη δίνη, ο Δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας έθεσε, σε διαδικτυακή συνάντηση με εκατοντάδες πολίτες, το πιο κρίσιμο ερώτημα που κανείς στην κεντρική πολιτική σκηνή δεν τολμά να διατυπώσει: «Ποια είναι η εθνική μας γραμμή;». Με μια τοποθέτηση που ξάφνιασε ακριβώς επειδή έλειπε από τον επίσημο δημόσιο λόγο, επέμεινε πως η Ελλάδα οφείλει να μιλήσει ανοιχτά για την προτεραιότητα της ειρήνης, να γίνει η πρώτη που θα αρθρώσει έναν ευρωπαϊκό λόγο ανεξάρτητο από τη λογική της υπεροπλίας. Σήκωσε ξανά στο προσκήνιο την ανάγκη ελληνικής πρωτοβουλίας, όχι ως ρομαντικό κατάλοιπο άλλων εποχών, αλλά ως πράξη ρεαλισμού προς όφελος της κοινωνίας και της σταθερότητας.

Απέναντι σε αυτή τη κατάσταση, τα κόμματα του προοδευτικού χώρου εμφανίζουν μια αδυναμία που δεν είναι απλώς πολιτική, είναι υπαρξιακή. Δεν υπάρχει κοινή στάση. Δεν υπάρχει συντονισμένη φωνή. Δεν υπάρχει το παραμικρό ίχνος από εκείνη τη διεθνιστική τόλμη των δεκαετιών που όρισαν τη σύγχρονη προοδευτική ταυτότητα. Παρά τις μεγάλες κουβέντες για «ανανέωση», οι ηγεσίες τους μοιάζουν εγκλωβισμένες σε μια εσωστρέφεια που δεν επιτρέπει ούτε πρωτοβουλίες ούτε θέσεις που υπερβαίνουν τα όρια του κομματικού μικρόκοσμου. Ακόμη και προσωπικότητες με ισχυρό αποτύπωμα στη δημόσια σφαίρα δείχνουν να κρατούν αποστάσεις από όσα οι ίδιοι σημάδεψαν στο παρελθόν, αποφεύγοντας να υπερασπιστούν ανοιχτά τις δικές τους πολιτικές παρακαταθήκες.

Κι όμως, ακριβώς αυτό το κενό πρέπει σήμερα να καλυφθεί. Η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα που μπορεί να υποτάσσει την εξωτερική της πολιτική σε ανακοινώσεις τρίτων. Δεν μπορεί να παρατηρεί την Ευρώπη να προετοιμάζεται για έναν νέο ψυχροπολεμικό ανταγωνισμό χωρίς να καταθέτει ένα εναλλακτικό σχέδιο. Και κυρίως, δεν μπορεί να αποδέχεται ότι η συζήτηση για ειρήνη είναι «ουτοπική», όταν η ίδια η ιστορία της –από την Κίνηση των 6 μέχρι τις προσπάθειες διαλόγου στα Βαλκάνια– αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο.

Advertisement

Έχουμε πολιτική υποχρέωση να αντιμετωπιστεί η απειλή της πολεμικής κανονικοποίησης με έναν ευρωπαϊκό, προοδευτικό και βαθιά ελληνικό λόγο. Έναν λόγο που υπερασπίζεται τις αξίες της ειρήνης, της δημοκρατίας και της διεθνούς συνεννόησης. Έναν λόγο που τολμά να αμφισβητήσει την κεκτημένη ταχύτητα του διαρκούς εξοπλισμού. Έναν λόγο που απαιτεί πολιτική ευθύνη, όχι ρητορική συσκότιση.

Σε μια Ευρώπη που φοβάται να μιλήσει για ειρήνη, η Ελλάδα οφείλει να γίνει η χώρα που θα το κάνει πρώτη. Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα της νέας εποχής.