ΓΝΩΜΕΣ
Γ.Σιακαντάρης: “Οι ίδιες νοοτροπίες που νικήθηκαν στη Νέα Υόρκη, εξακολουθούν να κυβερνούν στην Ελλάδα “
Το κείμενο του Γιώργου Σιακανταρή στα «ΝΕΑ» ανοίγει ένα παράθυρο σε μια συζήτηση που, όσο κι αν η κυβέρνηση Μητσοτάκη προσπαθεί να αποφύγει, επιστρέφει επιτακτικά: το τέλος των εύκολων ταμπελών και η κατάρρευση της πολιτικής «μετριοπάθειας» ως άλλοθι για τη συντήρηση ενός άδικου μοντέλου εξουσίας. Η περίπτωση Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη δεν αφορά μόνο την Αμερική. Καθρεφτίζει και τη δική μας πολιτική πραγματικότητα, όπου οι ίδιες νοοτροπίες που ηττήθηκαν εκεί, εξακολουθούν να κυβερνούν εδώ.
Η απουσία της μεγάλης σύγκρουσης με τον Τραμπ, όπως σημειώνει ο Σιακανταρής, δεν ήταν ένδειξη αδυναμίας. Ήταν ένδειξη ωριμότητας. Ο Τραμπ «αυτοσυγκρατήθηκε» όχι από καλούς τρόπους – δεν τους είχε ποτέ – αλλά από φόβο για μια ακόμα πολιτική ήττα από έναν πολιτικό που μιλά για τους ανθρώπους που η παγκοσμιοποιημένη νεοφιλελεύθερη συνθήκη έχει αφήσει πίσω. Η Νέα Υόρκη δεν ήταν μια τοπική σύγκρουση. Ήταν πεδίο όπου συνετρίβησαν πέντε σύγχρονοι πολιτικοί μύθοι, τους οποίους η ελληνική κυβέρνηση εξακολουθεί να υπηρετεί σαν δόγμα.
Πρώτο και κυριότερο, ηττήθηκε η λογική του «Κέντρου» ως μια ουδέτερη τεχνοκρατική ζώνη όπου τα προβλήματα λύνονται χωρίς κοινωνική σύγκρουση. Στην πραγματικότητα – όπως δείχνει ο Μαμντάνι με το πρόγραμμα προσιτής διαβίωσης, δωρεάν υπηρεσιών, κοινωνικής κατοικίας και προστασίας εργασίας – το «Κέντρο» χρησιμοποιήθηκε για χρόνια ως πρόσχημα. Όχι για μετριοπάθεια, αλλά για ακινησία. Το ίδιο ισχύει στη χώρα μας, όπου η κυβέρνηση προωθεί «μεταρρυθμίσεις» που ακουμπούν επιλεκτικά τα συμφέροντα των ισχυρών και αφήνουν τους υπόλοιπους στη δίνη της ακρίβειας, της στεγαστικής κρίσης και της απορρύθμισης.
Δεύτερον, στη Νέα Υόρκη καταρρίφθηκε ο φτηνός μανιχαϊσμός «λαϊκισμός–αντιλαϊκισμός». Η χρήση της λέξης «λαϊκισμός» στην Ελλάδα έχει καταντήσει πολιτική σφραγίδα που κολλιέται σε όποιον τολμά να μιλήσει για δικαιώματα, εργασιακή αξιοπρέπεια ή κοινωνικό κράτος. Στη Νέα Υόρκη φάνηκε ότι τα λαϊκά αιτήματα δεν είναι εκτροπή από τη Δημοκρατία· είναι προϋπόθεσή της.
Τρίτον, ηττήθηκε και ο «αριστοκρατισμός των αρίστων». Η ιδέα ότι μόνο όσοι διαθέτουν δεξιότητες της αγοράς αξίζουν την προσοχή της Πολιτείας. Η κοινωνία, για να σταθεί όρθια, χρειάζεται κανόνες, δίκαιο, προστασία των αδύναμων – όχι αποθέωση της ατομικής επίδοσης.
Τέταρτον, χάθηκε η αντίληψη πως το συναίσθημα απειλεί τη Δημοκρατία. Ο Σιακανταρής υπενθυμίζει – και σωστά – ότι χωρίς πολιτικό πάθος, χωρίς ταύτιση, χωρίς συγκίνηση, καμία Δημοκρατία δεν επιβιώνει. Η τεχνοκρατική ακαμψία που καλλιεργήθηκε και στην Ελλάδα ως άλλοθι για σκληρές πολιτικές, δεν εμπνέει κανέναν. Ανοίγει τον δρόμο στον αυταρχισμό.
Και τέλος, κατέρρευσε η ψευδαίσθηση ότι η κοινωνική ατζέντα δεν μπορεί να συνυπάρξει με τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Ο Μαμντάνι έδειξε ότι γίνεται – και μάλιστα πείθει.
Όλα αυτά, στο ελληνικό πολιτικό τοπίο, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εξακολουθεί να υψώνει την ταμπέλα της «μεταρρύθμισης» και της «σταθερότητας» απέναντι σε μια κοινωνία που βράζει. Η ίδια η συζήτηση στις ΗΠΑ αναδεικνύει το μεγάλο χάσμα: όταν πολιτικές που ενισχύουν την κοινωνία παρουσιάζονται ως «ριζοσπαστισμός», τότε το πρόβλημα δεν το έχει η κοινωνία. Το έχει η εξουσία.
Το κείμενο του Σιακανταρή δεν αφορά μόνο την Αμερική. Αφορά την Ελλάδα του σήμερα, που χρειάζεται επειγόντως πολιτικές πρωτοβουλίες, ξεκάθαρες ταυτότητες και μια προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης που δεν θα φοβάται τις λέξεις «Δικαιοσύνη» και «Ισότητα». Γιατί, όπως φάνηκε και στη Νέα Υόρκη, εκείνοι που δεν μιλούν καθαρά, συνήθως χάνουν πριν καν ξεκινήσει η μάχη.
