ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η Κομισιόν εκπέμπει σήμα κινδύνου για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα
Η ετήσια Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κράτος Δικαίου δεν συνιστά μια καταδικαστική απόφαση για την Ελλάδα. Δεν αποτελεί όμως ούτε ψήφο εμπιστοσύνης. Πίσω από τη διπλωματική γλώσσα των Βρυξελλών διαγράφεται μια σταθερή διαπίστωση: κρίσιμες παθογένειες παραμένουν, παρά τις μεταρρυθμίσεις που επικαλείται η κυβέρνηση.
Το πλέον ηχηρό μήνυμα αφορά τη διαφθορά υψηλού επιπέδου. Η Επιτροπή αναγνωρίζει τη δημιουργία νέων εργαλείων διαφάνειας και μηχανισμών παρακολούθησης, ωστόσο επισημαίνει ότι οι διώξεις και οι τελεσίδικες καταδίκες σε σοβαρές υποθέσεις εξακολουθούν να είναι περιορισμένες. Η διαπίστωση αυτή επαναλαμβάνεται για ακόμη μία χρονιά, ενώ στην έκθεση γίνεται αναφορά σε εκατοντάδες εκκρεμείς υποθέσεις διαφθοράς.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν οι παρατηρήσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, σύμφωνα με τις οποίες οι καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης, η υποστελέχωση των αρμόδιων υπηρεσιών και το ισχύον καθεστώς ευθύνης υπουργών δυσχεραίνουν τη διερεύνηση υποθέσεων που αφορούν πολιτικά πρόσωπα και διαχείριση δημόσιου χρήματος.
Η εικόνα που αποτυπώνεται στους δείκτες αντίληψης της διαφθοράς παραμένει εξίσου δυσμενής. Σχεδόν όλοι οι Έλληνες πολίτες θεωρούν ότι η διαφθορά είναι διαδεδομένη, ενώ η μεγάλη πλειονότητα των επιχειρήσεων εκτιμά ότι αποτελεί συστημικό πρόβλημα. Παράλληλα, μόνο μια μειοψηφία πιστεύει ότι οι υποθέσεις διαφθοράς οδηγούνται τελικά σε ουσιαστική δικαστική κατάληξη.
Στο πεδίο της Δικαιοσύνης, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την ταχύτητα εκδίκασης αστικών και εμπορικών υποθέσεων. Παρά τις μεταρρυθμίσεις που έχουν υλοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, η Επιτροπή σημειώνει ότι οι καθυστερήσεις εξακολουθούν να αποτελούν διαρθρωτικό πρόβλημα, επηρεάζοντας την αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος και την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η εμπιστοσύνη αυτή εμφανίζεται ήδη ιδιαίτερα χαμηλή. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η Επιτροπή, λιγότεροι από τους μισούς πολίτες θεωρούν ότι η ελληνική Δικαιοσύνη λειτουργεί ανεξάρτητα, ενώ στους επιχειρηματικούς κύκλους τα ποσοστά είναι ακόμη χαμηλότερα, παρουσιάζοντας μάλιστα επιδείνωση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
Αυστηρές είναι οι επισημάνσεις και για τη διαφάνεια στη διαδικασία άσκησης επιρροής προς την πολιτική εξουσία. Παρά την ύπαρξη σχετικού νομοθετικού πλαισίου, η καταγραφή των λομπιστών παραμένει περιορισμένη, οι έλεγχοι είναι ελάχιστοι και δεν έχουν επιβληθεί ουσιαστικές κυρώσεις για παραβάσεις των υποχρεώσεων διαφάνειας.
Η έκθεση αφιερώνει εκτενές μέρος και στην κατάσταση των μέσων ενημέρωσης. Αναγνωρίζει ορισμένες θεσμικές βελτιώσεις, ωστόσο διατηρεί επιφυλάξεις σχετικά με την ανεξαρτησία της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, τη συγκέντρωση της ιδιοκτησίας στον χώρο των ΜΜΕ και την εξάρτηση μέρους του ενημερωτικού τοπίου από την κρατική διαφήμιση. Παράλληλα, σημειώνεται ότι οι δημοσιογράφοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν απειλές, πιέσεις και εμπόδια κατά την άσκηση του έργου τους.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο καθεστώς ευθύνης των υπουργών. Η Επιτροπή καταγράφει ότι υπάρχει ευρεία αναγνώριση της ανάγκης μεταρρύθμισης του υφιστάμενου πλαισίου, ενώ επισημαίνει την απουσία πλήρους διαφάνειας σε ζητήματα δεοντολογίας και λογοδοσίας των πολιτικών προσώπων.
Τέλος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκφράζει επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητα των ερευνών σε υποθέσεις αστυνομικής βίας, καταγράφοντας τις ανησυχίες ανεξάρτητων αρχών και οργανώσεων σχετικά με την πληρότητα ορισμένων ερευνών και τις καθυστερήσεις στη στελέχωση κρίσιμων ανεξάρτητων θεσμών.
Η εικόνα που προκύπτει από την έκθεση δεν είναι εκείνη μιας χώρας χωρίς θεσμούς ούτε μιας δημοκρατίας σε εκτροπή. Είναι όμως η εικόνα μιας χώρας όπου χρόνια προβλήματα εξακολουθούν να επιμένουν, παρά τις επανειλημμένες συστάσεις των ευρωπαϊκών θεσμών. Και αυτό αποτελεί ένα σαφές πολιτικό μήνυμα προς την κυβέρνηση: η ποιότητα του κράτους δικαίου δεν κρίνεται από τις εξαγγελίες ή τις νομοθετικές πρωτοβουλίες, αλλά από τα μετρήσιμα αποτελέσματα, τη λογοδοσία και την εμπιστοσύνη που εμπνέουν οι θεσμοί στους πολίτες.
