ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η κυβέρνηση «κάνει business» με τη Hellenic Train πριν τελεσιδικήσουν τα Τέμπη και δίχως διαβούλευση
Την ώρα που η υπόθεση του εγκλήματος των Τεμπών παραμένει ανοιχτή στη Δικαιοσύνη, χωρίς τελεσίδικες αποφάσεις και χωρίς πλήρη απόδοση ευθυνών, η κυβέρνηση επιλέγει να προχωρήσει στην κύρωση νέας σύμβασης με τη Hellenic Train. Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί απλώς πολιτική αστοχία· συνιστά βαθύ θεσμικό και ηθικό πρόβλημα, καθώς δημιουργεί την εικόνα ενός κράτους που βιάζεται να «κανονικοποιήσει» τις σχέσεις του με τον ίδιο φορέα, τη στιγμή που η κοινωνία ακόμη ζητά απαντήσεις για δεκάδες νεκρούς
Η συζήτηση στη Βουλή, όπως καταγράφηκε από το ertnews.gr, ανέδειξε τις κυβερνητικές δεσμεύσεις για πλήρη σηματοδότηση, τηλεδιοίκηση και εφαρμογή ETCS έως το καλοκαίρι του 2026. Δεσμεύσεις που, όμως, ακούγονται κενές όταν προέρχονται από μια πολιτική ηγεσία που εδώ και επτά χρόνια διαχειρίζεται τον σιδηρόδρομο και σήμερα παραδέχεται ότι η υποδομή βρίσκεται σε τραγική κατάσταση. Η ομολογία αποτυχίας δεν συνοδεύεται από ανάληψη πολιτικής ευθύνης, αλλά από μια νέα σύμβαση που μεταθέτει ξανά το κόστος και τον κίνδυνο στο Δημόσιο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η παραδοχή του ίδιου του υπουργού Μεταφορών ότι ο ιταλικός όμιλος δεν υλοποίησε επενδύσεις που είχε δεσμευθεί να πραγματοποιήσει στο παρελθόν.
Παρ’ όλα αυτά, αντί για ουσιαστικό απολογισμό της προηγούμενης σύμβασης και ενεργοποίηση ρητρών, η κυβέρνηση επιλέγει να υπογράψει νέα συμφωνία, υποσχόμενη ότι… αυτή τη φορά δεν θα υπάρξουν παρατάσεις. Ένα αφήγημα που η κοινωνία έχει ακούσει πολλές φορές, με τραγικά αποτελέσματα.
Η αντιπολίτευση έθεσε το ζήτημα στη σωστή του διάσταση. Το ΠΑΣΟΚ υπογράμμισε ότι η σύμβαση έχει ήδη υπογραφεί πριν καν συζητηθεί ουσιαστικά στη Βουλή, ακυρώνοντας κάθε δυνατότητα βελτίωσης, ενώ έκανε λόγο για ετεροβαρή συμφωνία που θα επιβαρύνει περαιτέρω το Δημόσιο. Ο ΣΥΡΙΖΑ μίλησε ανοιχτά για τσιμεντοποίηση ενός μονοπωλίου και για κοινωνικοποίηση των ζημιών με ιδιωτικοποίηση των κερδών, ενώ το ΚΚΕ συνέδεσε ευθέως το μοντέλο λειτουργίας με γνώμονα το κέρδος με εγκλήματα όπως αυτό των Τεμπών.
Πέρα από τις κομματικές αντιπαραθέσεις, το κεντρικό ερώτημα παραμένει πολιτικό και θεσμικό: πώς μπορεί ένα κράτος να υπογράφει νέα σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας με μια εταιρεία, όταν δεν έχει ακόμη κλείσει ο κύκλος της δικαστικής διερεύνησης της μεγαλύτερης σιδηροδρομικής τραγωδίας της χώρας; Πώς μπορεί να μιλά για «ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα» και «μηδενική ανοχή», όταν για χρόνια επέδειξε ανοχή σε καθυστερήσεις, παραλείψεις και παραβιάσεις;
Η επιλογή της κυβέρνησης να προχωρήσει τώρα, χωρίς κάθαρση, χωρίς πλήρη λογοδοσία και χωρίς κοινωνική νομιμοποίηση, ενισχύει την πεποίθηση ότι το πολιτικό σύστημα βάζει ξανά την αγορά πάνω από την ασφάλεια και τη δικαιοσύνη. Και αυτό, σε μια χώρα που θρηνεί ακόμη τα Τέμπη, δεν είναι απλώς λάθος. Είναι πρόκληση απέναντι στη μνήμη των θυμάτων και στην ίδια τη δημοκρατική συνείδηση της κοινωνίας.
