ΓΝΩΜΕΣ
Η “θεοκρατία” στην Ελλάδα και το “άβολο” ερώτημα στην Εκκλησία: “Είναι”Ιερό” το δικαίωμα στον αποκλεισμό;”
Γράφει ο Γαβρής Αγγελος
Υπάρχουν στιγμές που η χώρα μοιάζει να ζει σε δύο παράλληλους χρόνους. Στον έναν, υπουργοί φωτογραφίζονται σε ευρωπαϊκά φόρα και μιλούν για «εκσυγχρονισμό» και «ψηφιακό άλμα». Στον άλλον, το 2026, πολίτες αποκλείονται από τον ρόλο του κουμπάρου ή του νονού επειδή τόλμησαν να παντρευτούν με πολιτικό γάμο ή να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης – δηλαδή επειδή άσκησαν ένα δικαίωμα που η ίδια η Πολιτεία τους παρέχει.
Η υπόθεση δεν είναι θεολογική. Δεν αφορά το δόγμα, ούτε την πίστη. Αφορά την εξουσία. Και πιο συγκεκριμένα, την ανοχή της κρατικής εξουσίας απέναντι σε πρακτικές που δημιουργούν έμμεσους κοινωνικούς αποκλεισμούς. Όταν η Εκκλησία της Ελλάδος επιλέγει να θέτει φραγμούς σε πολίτες λόγω της προσωπικής τους επιλογής για το πώς θα ρυθμίσουν τη ζωή τους, τότε δεν μιλάμε για εσωτερική εκκλησιαστική τάξη. Μιλάμε για παρέμβαση στον δημόσιο βίο.
Η ειρωνεία είναι προφανής. Το κράτος αναγνωρίζει τον πολιτικό γάμο. Το κράτος αναγνωρίζει το σύμφωνο συμβίωσης. Το κράτος φορολογεί, καταγράφει, ρυθμίζει. Και ύστερα σιωπά όταν οι ίδιοι πολίτες αντιμετωπίζονται ως δεύτερης κατηγορίας σε κοινωνικούς ρόλους με έντονο συμβολικό βάρος. Σιωπά, λες και πρόκειται για μια ακίνδυνη «παράδοση». Σιωπά, λες και η ισότητα είναι διακοσμητική αρχή..
Η αυτονομία της Εκκλησίας είναι δεδομένη. Αλλά σε μια δημοκρατία δεν υπάρχει αυτονομία χωρίς όρια. Ιδίως όταν ο θεσμός αυτός απολαμβάνει ιδιαίτερη συνταγματική αναγνώριση και ιστορικά προνομιακή σχέση με το κράτος. Δεν μπορεί η Πολιτεία να επικαλείται τον κοσμικό της χαρακτήρα στις Βρυξέλλες και να τον αναστέλλει στην πράξη όταν πρόκειται για το εσωτερικό ακροατήριο.
Το επιχείρημα ότι «έτσι ορίζουν οι κανόνες της Εκκλησίας» δεν απαντά στο πολιτικό ερώτημα. Ποια είναι τα όρια της θρησκευτικής ρύθμισης όταν αυτή παράγει κοινωνικό στίγμα; Και πότε η ανοχή μετατρέπεται σε συνενοχή; Διότι όταν ένας πολίτης που επέλεξε πολιτικό γάμο θεωρείται ακατάλληλος για να βαφτίσει ένα παιδί, το μήνυμα δεν είναι πνευματικό. Είναι ιεραρχικό.
Η Ελλάδα δεν είναι προτεκτοράτο του 19ου αιώνα. Είναι –ή τουλάχιστον διακηρύσσει ότι είναι– σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία. Η ισότητα δεν μπορεί να εφαρμόζεται επιλεκτικά. Η αυτοδιάθεση δεν μπορεί να ισχύει μέχρι την πόρτα του ναού. Αν η Πολιτεία αποδέχεται σιωπηρά ότι νόμιμες επιλογές οδηγούν σε κοινωνικούς αποκλεισμούς, τότε ας το πει καθαρά: ότι υπάρχουν πολίτες πρώτης και δεύτερης ταχύτητας.
Η Κυβέρνηση οφείλει να τοποθετηθεί. Όχι για να επιβάλει δόγμα, αλλά για να οριοθετήσει ρόλους. Το κράτος νομοθετεί. Η Εκκλησία ποιμαίνει. Όταν οι ρόλοι συγχέονται, η δημοκρατία μικραίνει. Και όσο το πολιτικό σύστημα κρύβεται πίσω από την «παράδοση», τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι ο εκσυγχρονισμός είναι απλώς λέξη σε προεκλογικό φυλλάδιο.
Το 2026 δεν είναι 1826. Εκτός αν επιλέγουμε να το κάνουμε.
