ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Με την ουρά στα σκέλια ο Μητσοτάκης δεν απαντά, δεν πάει άμεσα σε εκλογές, θέλει να κερδίσει χρόνο
Στη Βουλή, σε μια συζήτηση που αφορούσε τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας, το κράτος δικαίου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να μετατοπίσει τη συζήτηση. Όχι να δώσει καθαρές απαντήσεις. Όχι να αναλάβει πολιτική ευθύνη. Αλλά να κερδίσει χρόνο.
Με εμφανή αμηχανία απέναντι στην πίεση που δέχεται η κυβέρνηση, ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε τη συζήτηση «αναμάσημα του παρελθόντος», επιχειρώντας να υποβαθμίσει ζητήματα που έχουν προκαλέσει σοβαρές θεσμικές σκιές τα τελευταία χρόνια. Από τις υποκλοπές μέχρι τις καταγγελίες για λειτουργία κρίσιμων θεσμών, η επιλογή ήταν σαφής: αποφυγή της ουσίας.
Αντί να τοποθετηθεί ευθέως, επικαλέστηκε τη διεθνή συγκυρία, από τη Μέση Ανατολή μέχρι την οικονομία, ως λόγο για τον οποίο η συζήτηση δεν θα έπρεπε καν να γίνεται τώρα. Μια ρητορική που περισσότερο θυμίζει πολιτική άμυνα παρά ηγετική στάση. Γιατί όταν μια κυβέρνηση αισθάνεται ισχυρή, δεν αποφεύγει τη συζήτηση για τη δημοκρατία. Την επιδιώκει.
Στην ίδια γραμμή, ο πρωθυπουργός επιχείρησε να παρουσιάσει μια εικόνα «προόδου», επικαλούμενος εκθέσεις οργανισμών όπως ο ΟΟΣΑ και ο Economist. Μόνο που οι αριθμοί και οι αξιολογήσεις δεν απαντούν στα πολιτικά ερωτήματα που τίθενται εντός της χώρας. Ούτε διαγράφουν τις σκιές που έχουν καταγραφεί.
Επέμεινε μάλιστα ότι το κράτος δικαίου δεν μπορεί να γίνεται «ταμπέλα για αντιπολιτευτικά πυροτεχνήματα». Όμως η πραγματικότητα είναι πιο πεισματάρα. Όταν η αντιπολίτευση, με αιχμή το Νίκος Ανδρουλάκης, θέτει ζητήματα θεσμικής λειτουργίας, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η απαξίωση της ίδιας της συζήτησης.
Η επιλογή να μετατοπιστεί το βάρος σε τεχνικές βελτιώσεις του κράτους, από τις συντάξεις μέχρι την ψηφιοποίηση υπηρεσιών, δείχνει μια προσπάθεια αλλαγής ατζέντας. Όμως άλλο η διοικητική αποτελεσματικότητα και άλλο η ποιότητα της δημοκρατίας. Τα δύο δεν συμψηφίζονται.
Την ίδια στιγμή, καμία αναφορά σε εκλογές. Καμία ένδειξη ότι η κυβέρνηση είναι έτοιμη να ζητήσει νέα εντολή, παρά το κλίμα αμφισβήτησης. Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας εξουσίας που επιλέγει να εξαντλήσει τον χρόνο της, αποφεύγοντας τη σύγκρουση με την κοινωνία στην κάλπη.
Και κάπου εδώ τίθεται το πραγματικό πολιτικό ζήτημα. Όταν η συζήτηση για το κράτος δικαίου βαφτίζεται «δευτερεύουσα», όταν οι απαντήσεις αντικαθίστανται από υπεκφυγές, όταν η πολιτική πίεση αντιμετωπίζεται με καθυστερήσεις, τότε το ερώτημα δεν αφορά απλώς τη Βουλή. Αφορά την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας.
