“Νόμιμη και Νομιμοποιημένη Βία” -Γράφει η Κρυσταλλία Μουτάφη

*Συντάκτρια: Κρυσταλλία Μουτάφη, Υποψήφια Δ.Ν. Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Το νωπό ακόμη στη μνήμη μας περιστατικό παράνομης αστυνομικής βίας της περασμένης Κυριακής, στην πλατεία της Νέας Σμύρνης, ακολούθησε η συγκέντρωση της Τρίτης που οργανώθηκε για να εκφράσει την οργή των συγκεντρωμένων απέναντι στην αστυνομοκρατία. Έκφραση της εν λόγω οργής αποτέλεσε και ο ξυλοδαρμός αστυνομικού υπαλλήλου από συμμετέχοντες στη συγκέντρωση.

Είχαμε μια καλή αφορμή από το εξίσου αποτρόπαιο και καταδικαστέο περιστατικό βίας της Κυριακής, να συζητήσουμε την αναμόρφωση του πλαισίου για τον εκσυγχρονισμό και εκδημοκρατισμό της ελληνικής αστυνομίας. Μετά από τα επεισόδια της Τρίτης, η συζήτηση επιστρέφει στις συνήθεις -για τα ελληνικά δεδομένα- θεωρήσεις της βίας, νόμιμης και νομιμοποιημένης με τους μετέχοντες στη συζήτηση να εκδηλώνουν με άμεσο ή έμμεσο τρόπο την προτίμησή τους στη μία ή στην άλλη μορφή βίας. 

            Αφενός, ως “νόμιμη βία” εννοείται σε αδρές γραμμές το μονοπώλιο που έχει το κράτος στη χρήση βίας απέναντι στα άτομα με στόχο την κοινωνική ειρήνευση. Προφανώς όταν κάνουμε λόγο για παράνομη αστυνομική βία δεν εννοούμε την κατάργηση της αστυνομίας, του σωφρονιστικού συστήματος και της δικαιοσύνης ούτε και εκχώρηση των αρμοδιοτήτων αυτών σε ιδιώτες. Προφανώς κάνουμε λόγο για την καταπολέμηση της αστυνομικής βαρβαρότητας και βίαιης συμπεριφοράς που ξεπερνά ή καταχράται τη νόμιμη αρμοδιότητά της. Πέρα όμως από το προφανές -που ως φαίνεται πρέπει να εξηγηθεί-  η έννοια της νόμιμης βίας προκαλεί αποστροφή καθώς εμπεριέχει μια μεγάλη αντίφαση. Αντίφαση γιατί ο χαρακτηρισμός της βίας ως νόμιμης μοιάζει να δικαιολογεί τη βιαιότητα. Ασφαλώς για τους στοχαστές του 20ου αιώνα, δηλαδή της εποχής του Α’ και Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η ανωτέρω θεώρηση έβγαζε νόημα, ωστόσο δεν σημαίνει ότι εξακολουθεί να είναι επίκαιρη. Το γεγονός για παράδειγμα ότι ο εξαναγκασμός μεταξύ συζύγων σε συνουσία δεν συνιστούσε βιασμό μέχρι και πριν την τροποποίηση του άρθρο 336 ΠΚ με τον ν. 3500/2006, δεν καθιστούσε λιγότερο αποκρουστική την πράξη. Συνεπώς σκόπιμη είναι η απεμπλοκή από έννοιες παρωχημένες που δεν καταστέλλουν παρά προωθούν περισσότερη βία.

            Αφετέρου, ως “νομιμοποιημένη βία” νοείται η βία που εκδηλώνεται από τα άτομα ως απάντηση στην καταπιεστική συμπεριφορά του κράτους απέναντί τους. Κι εδώ ωστόσο ο μηδενισμός ελλοχεύει κινδύνους καθώς δικαιολογεί και αθωώνει με ευκολία εγκληματικές πράξεις. Από τη δολοφονία του Α. Γρηγορόπουλου, τη δολοφονία των εργαζομένων της Marfin, τα επεισόδια που ακολούθησαν μέχρι και σήμερα, δεν φαίνεται να έχουν αλλάξει πολλά πράγματα. Η δικαιολόγηση της βίας με βάση την πεποίθηση, ιδεολογία ή τις θεωρητικές αναλύσεις του 19ου και 20ου αιώνα για τα κράτη, μεταπολιτευτικά έχουν περισσότερο συμβάλει στην ανακύκλωση της βίας παρά στην ουσιαστική καταπολέμησή της.

            Έχουμε ακόμη και τώρα την ευκαιρία που η επικαιρότητα ευνοεί τη συζήτηση. Η εκχώρηση περισσότερων αρμοδιοτήτων από τη σημερινή κοινοβουλευτική πλειοψηφία στις αστυνομικές αρχές είτε για την τήρηση των μέτρων κατά του κορωνοϊού είτε για την ίδρυση της πανεπιστημιακής αστυνομίας, έχει συντελεστεί με την απουσία πρόβλεψης εγγυήσεων για τον περιορισμό της παράνομης αστυνομικής βίας. Την ερχόμενη Παρασκευή ο πρωθυπουργός καλείται να απαντήσει για τα πρόσφατα φαινόμενα αστυνομικής βίας. Κρίνοντας από τη συνήθη εμπειρία ιδίως των τελευταίων 10 χρόνων, ο σχετικός διάλογος πιθανότατα θα αναλωθεί σε αλληλοχαρακτηρισμούς μεταξύ του πρωθυπουργού και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Μια τέτοια εξέλιξη θα σημάνει άλλη μια χαμένη ευκαιρία να δημιουργήσουμε το πλαίσιο καταπολέμησης της βίας που η πλειοψηφία της σημερινής προοδευτικής κοινωνίας καταδικάζει ανεπιφύλακτα σε κάθε της έκφανση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ