Connect with us

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σαν σήμερα ψηφίζεται στη Βουλή των Ελλήνων το Νομοσχέδιο ΠΑΣΟΚ για το ΕΣΥ

Published

on

43 χρόνια μετά: Από το ΕΣΥ ως κοινωνικό δικαίωμα, στην Υγεία των ισολογισμών

Σαν σήμερα, στις 26 Αυγούστου 1983, η Βουλή ψήφιζε επί της αρχής το νομοσχέδιο που θα θεμελίωνε το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Σαράντα τρία χρόνια αργότερα, η επέτειος δεν προσφέρεται απλώς για ιστορικές αναδρομές. Προσφέρεται κυρίως για μια σύγκριση που είναι πολιτικά αμείλικτη: τότε η πολιτική επιχειρούσε να μετατρέψει ένα κοινωνικό όραμα σε δημόσιο θεσμό. Σήμερα, επί κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας, η δημόσια Υγεία καλείται ολοένα και περισσότερο να χωρέσει στη λογική του δημοσιονομικού κόστους, των περιορισμένων πόρων και της μεταφοράς μέρους της δαπάνης στον ίδιο τον πολίτη.

Η ημερομηνία χρειάζεται μία ιστορική διευκρίνιση. Στις 26 Αυγούστου 1983 ψηφίστηκε επί της αρχής στο Τμήμα Διακοπών της Βουλής το νομοσχέδιο που θεμελίωσε το ΕΣΥ. Ο ιδρυτικός Ν. 1397/1983 δημοσιεύθηκε αργότερα, στις 7 Οκτωβρίου 1983, στο ΦΕΚ 143/Α.

Όταν η πολιτική είχε ακόμη τη φιλοδοξία να αλλάξει τη ζωή

Advertisement

Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο 1983 και το 2026 δεν βρίσκεται μόνο στους αριθμούς. Βρίσκεται στη φιλοσοφία της πολιτικής.

Η μεταρρύθμιση που εισηγήθηκε ο Παρασκευάς Αυγερινός και ταυτίστηκε στη συνέχεια με τη σφραγίδα του Γιώργου Γεννηματά ξεκινούσε από μία αρχή που σήμερα ακούγεται σχεδόν ανατρεπτική: ότι η Υγεία είναι κοινωνικό αγαθό, ότι η πρόσβαση σε αυτήν δεν μπορεί να εξαρτάται από το εισόδημα, την κοινωνική θέση ή την επαγγελματική κατάσταση του πολίτη και ότι το κράτος έχει την ευθύνη να εγγυάται την περίθαλψη.

Ο νόμος 1397 ήταν πρωτοποριακός ακριβώς επειδή δεν αντιμετώπιζε την Υγεία ως ακόμη έναν κωδικό δαπάνης. Ανέθετε ρητά στο κράτος την ευθύνη παροχής υπηρεσιών, ενσωμάτωνε την αρχή της καθολικής κάλυψης, προέβλεπε αποκεντρωμένη ανάπτυξη του συστήματος και επιχειρούσε να οικοδομήσει Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας μέσω ενός εκτεταμένου δικτύου Κέντρων Υγείας.

Δεν δημιουργήθηκε ένα τέλειο σύστημα. Δημιουργήθηκε όμως κάτι σημαντικότερο: μια πολιτική υπόσχεση ισότητας.

Advertisement

Από το «δικαίωμα» στο «κόστος»

Σαράντα τρία χρόνια μετά, αυτή ακριβώς η υπόσχεση βρίσκεται υπό πίεση.

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επιμένει ότι το ΕΣΥ εκσυγχρονίζεται. Όμως η πραγματικότητα που καταγράφουν ακόμη και οι πλέον θεσμικές διεθνείς πηγές είναι πολύ λιγότερο θριαμβευτική. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, μόλις το 27% των πολιτών στην Ελλάδα δηλώνει ικανοποιημένο από τη διαθεσιμότητα ποιοτικής υγειονομικής περίθαλψης, έναντι 64% κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι 12,1% δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγειονομικής περίθαλψης, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος του ΟΟΣΑ βρίσκεται στο 3,4%.

Οι αριθμοί αυτοί δεν περιγράφουν μια αφηρημένη «δυσλειτουργία». Περιγράφουν ανθρώπους που χρειάζονται περίθαλψη και δεν την παίρνουν όταν τη χρειάζονται.

Advertisement

Και η οικονομική διάσταση είναι εξίσου αποκαλυπτική. Στην Ελλάδα μόλις το 61% της συνολικής δαπάνης Υγείας καλύπτεται μέσω υποχρεωτικών σχημάτων προπληρωμής, έναντι 75% στον ΟΟΣΑ. Η συνολική δαπάνη Υγείας αντιστοιχεί στο 8,1% του ΑΕΠ, έναντι 9,3% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ.

Με απλά λόγια, πίσω από τη συζήτηση περί «μεταρρυθμίσεων» βρίσκεται ένα πολύ ουσιαστικότερο ερώτημα: ποιος τελικά πληρώνει την Υγεία;

Το ΕΣΥ υπάρχει – αλλά ο πολίτης πληρώνει όλο και περισσότερο για να παρακάμψει τις αδυναμίες του

Αυτό είναι ίσως το κρισιμότερο σημείο της σημερινής πραγματικότητας. Το ΕΣΥ εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό κορμό της περίθαλψης και να σηκώνει τεράστιο κοινωνικό βάρος χάρη πρωτίστως στους γιατρούς, στους νοσηλευτές και στους υπόλοιπους εργαζομένους του. Όμως όταν ο πολίτης συναντά μεγάλες αναμονές, δυσκολία πρόσβασης ή ελλείψεις, η θεωρητικά δωρεάν δημόσια υπηρεσία κινδυνεύει να μετατραπεί σε αναγκαστική αναζήτηση ιδιωτικής λύσης.

Advertisement

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική αντίφαση της εποχής Μητσοτάκη. Δεν χρειάζεται να καταργήσεις τυπικά ένα δημόσιο σύστημα για να αλλοιώσεις τον χαρακτήρα του. Αρκεί να επιτρέψεις σταδιακά να εμπεδωθεί η αντίληψη ότι όποιος έχει οικονομική δυνατότητα μπορεί να αγοράσει ταχύτερη πρόσβαση, περισσότερες επιλογές και μεγαλύτερη ασφάλεια.

Τότε η καθολικότητα παραμένει στα χαρτιά, αλλά η πραγματική πρόσβαση αποκτά ταξικό πρόσημο.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι η οικονομία μπήκε στην Υγεία. Είναι ότι κινδυνεύει να υποκαταστήσει την πολιτική

Κανένα σύστημα Υγείας δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς προϋπολογισμό, έλεγχο δαπανών, αξιολόγηση και αποτελεσματική διοίκηση. Η επίκληση, όμως, των δημοσιονομικών περιορισμών δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμη απάντηση στην ανάγκη για ισχυρή δημόσια Υγεία.

Advertisement

Γιατί ένα κράτος αποκαλύπτει τις πραγματικές προτεραιότητές του όχι όταν διακηρύσσει ότι «δεν υπάρχουν λεφτά», αλλά όταν αποφασίζει πού θα κατευθύνει τα λεφτά που υπάρχουν.

Το 1983 το ελληνικό κράτος ήταν ασφαλώς φτωχότερο από το σημερινό. Είχε όμως την πολιτική φιλοδοξία να οικοδομήσει ένα σύστημα που μέχρι τότε δεν υπήρχε. Να δημιουργήσει νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας, θέσεις γιατρών, θεσμούς και υποδομές. Να μετατρέψει την περίθαλψη από προνόμιο σε δικαίωμα.

Το 2026 η χώρα διαθέτει περισσότερη τεχνολογία, περισσότερη επιστημονική γνώση και μεγαλύτερες παραγωγικές δυνατότητες. Κι όμως, συζητά ξανά για το πόσο δημόσια μπορεί να παραμείνει η δημόσια Υγεία.

Αυτή είναι η πραγματική πολιτική οπισθοχώρηση.

Advertisement

Το ΕΣΥ δεν χρειάζεται διαχείριση φθοράς. Χρειάζεται ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο

Η επέτειος της 26ης Αυγούστου δεν έχει αξία ως νοσταλγία για το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80. Έχει αξία επειδή υπενθυμίζει κάτι που η σημερινή πολιτική συζήτηση έχει σχεδόν ξεχάσει: ότι οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις γεννιούνται όταν η πολιτική αποφασίζει να προηγηθεί των λογιστικών περιορισμών και να υπηρετήσει συγκεκριμένες κοινωνικές ανάγκες.

Το σημερινό ΕΣΥ χρειάζεται ασφαλώς μεταρρύθμιση. Χρειάζεται όμως μεταρρύθμιση προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη της αργής εμπορευματοποίησης: ουσιαστική ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού, ισχυρή Πρωτοβάθμια Φροντίδα, αξιοπρεπείς αμοιβές, κίνητρα για τις άγονες και νησιωτικές περιοχές, σύγχρονες υποδομές και πραγματική μείωση των ανισοτήτων πρόσβασης.

Κυρίως χρειάζεται να αποκατασταθεί η πολιτική αρχή πάνω στην οποία οικοδομήθηκε: ο ασθενής δεν είναι πελάτης και το νοσοκομείο δεν είναι επιχείρηση.

Advertisement

Στις 26 Αυγούστου 1983 μια κυβέρνηση αποφάσισε ότι η Ελλάδα μπορούσε να αποκτήσει ένα Εθνικό Σύστημα Υγείας, παρά το κόστος, τις αντιδράσεις και τις δυσκολίες. Σαράντα τρία χρόνια μετά, το ερώτημα για την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι αν το ΕΣΥ χρειάζεται «εκσυγχρονισμό».

Είναι ποιο ΕΣΥ θέλει τελικά να αφήσει πίσω της.

Ένα δημόσιο σύστημα αρκετά ισχυρό ώστε ο πολίτης να μη χρειάζεται να κοιτάζει το πορτοφόλι του πριν κοιτάξει την υγεία του ή ένα δίχτυ στοιχειώδους προστασίας για όσους δεν μπορούν να αγοράσουν κάτι καλύτερο;

Το 1983 η πολιτική έβαζε μπροστά ένα όραμα και αναζητούσε τους πόρους για να το πραγματοποιήσει.

Advertisement

Το 2026 κινδυνεύουμε να έχουμε αντιστρέψει τη σειρά: πρώτα κοιτάζουμε τους ισολογισμούς και ύστερα αποφασίζουμε πόσο κοινωνικό κράτος αντέχουν.

Και αυτή είναι ίσως η πιο σκληρή απόσταση που χωρίζει τις δύο εποχές.