ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΘΕΜΑ: Η κτηνοτροφία στο απόσπασμα: Γιατί η κυβέρνηση αποφεύγει τον ευρωπαϊκό έλεγχο;
Του Γαβρή Άγγελου – Δημοσιογράφου/Μέλους ΕΣΗΕΜΘ
Σοβαρά ερωτήματα πολιτικής ευθύνης και θεσμικής διαχείρισης εγείρονται γύρω από την επιλογή της κυβέρνησης να προχωρήσει σε μαζικές θανατώσεις αιγοπροβάτων, αντί για προληπτικό εμβολιασμό, στο πλαίσιο αντιμετώπισης ζωονόσων. Πίσω από την υγειονομική απόφαση, όπως καταγγέλλεται από ανθρώπους του κλάδου και αναλυτές της πρωτογενούς παραγωγής, φαίνεται να αναδύεται ένα βαθύτερο πρόβλημα αξιοπιστίας των επίσημων στοιχείων και διαφάνειας στη σχέση της χώρας με τα ευρωπαϊκά όργανα.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η προσφυγή σε ευρωπαϊκά αποθέματα εμβολίων θα συνεπαγόταν την αποστολή ειδικής επιτροπής της ΕΕ και τη στενή συνεργασία με τις ελληνικές κτηνιατρικές υπηρεσίες. Ένας τέτοιος έλεγχος, όμως, θα έφερνε στο φως τις μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στον πραγματικό αριθμό αιγοπροβάτων στη χώρα και στα στοιχεία που έχουν διαχρονικά δηλωθεί. Εκτιμάται ότι σήμερα στην ελληνική επικράτεια υπάρχουν περίπου 5,5 εκατομμύρια ζώα, ενώ στα ευρωπαϊκά μητρώα έχουν δηλωθεί 11 εκατομμύρια και στα αρχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης φέρονται να εμφανίζονται έως και 18,5 εκατομμύρια.
Η απόσταση αυτή δεν αποτελεί απλώς στατιστική αστοχία. Αγγίζει τον πυρήνα της λειτουργίας του ΟΠΕΚΕΠΕ, της διαχείρισης των αγροτικών επιδοτήσεων και της εποπτείας της κτηνοτροφικής δραστηριότητας. Η πιθανότητα να επιβεβαιωθούν τέτοιες αποκλίσεις θα άνοιγε τον δρόμο για νέες ευρωπαϊκές κυρώσεις και πρόστιμα, με σαφές δημοσιονομικό αποτύπωμα. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή της θανάτωσης εμφανίζεται –σύμφωνα με τις καταγγελίες– ως ένας τρόπος αποφυγής ενός εκτεταμένου ευρωπαϊκού ελέγχου.
Το ζήτημα καθίσταται ακόμη πιο κρίσιμο αν συνυπολογιστεί το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, το οποίο επιτρέπει τη θανάτωση έως και του 20% του δηλωμένου ζωικού κεφαλαίου σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. Με βάση τα 11 εκατομμύρια ζώα που έχουν δηλωθεί στην ΕΕ, το ανώτατο όριο φτάνει τα 2,2 εκατομμύρια. Αν όμως ο πραγματικός αριθμός είναι πράγματι πολύ χαμηλότερος, τότε το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σε απώλεια έως και του 40% της πραγματικής κτηνοτροφικής βάσης της χώρας, με προφανείς και μακροχρόνιες συνέπειες.
Οι συνέπειες αυτές δεν περιορίζονται στους ίδιους τους κτηνοτρόφους, οι οποίοι ήδη βρίσκονται αντιμέτωποι με τον κίνδυνο οικονομικής εξόντωσης. Αφορούν συνολικά την εγχώρια γαλακτοκομία, τη μεταποίηση και την επισιτιστική ασφάλεια της χώρας, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για ανεξέλεγκτη αύξηση των εισαγωγών κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ελληνική παραγωγή υποχωρεί και το κόστος μετακυλίεται τελικά στον καταναλωτή.
Ιδιαίτερο βάρος αποκτά και το ζήτημα των αποζημιώσεων. Η διαδικασία της θανάτωσης επιτρέπει στο κράτος να καθορίζει μονομερώς τόσο τον χρόνο όσο και το ύψος των καταβολών, χωρίς την παρουσία ευρωπαϊκών μηχανισμών ελέγχου. Αυτό, σύμφωνα με τις ίδιες καταγγελίες, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο στρεβλώσεων και αδιαφάνειας, ακόμη και αποζημιώσεων που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική παραγωγική εικόνα.
Το σύνολο των παραπάνω στοιχείων συνθέτει μια υπόθεση με έντονο πολιτικό και θεσμικό βάρος. Δεν πρόκειται για μια αποσπασματική κλαδική διαμαρτυρία, αλλά για ένα ζήτημα που αγγίζει τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τη στρατηγική επιβίωση της ελληνικής πρωτογενούς παραγωγής. Η κυβέρνηση καλείται να δώσει πειστικές απαντήσεις, όχι μόνο για τις υγειονομικές της επιλογές, αλλά και για τη συνολική διαχείριση ενός τομέα που αποτελεί θεμέλιο της εθνικής οικονομίας και της κοινωνικής συνοχής.
