ΚΟΙΝΩΝΙΑΠΟΛΙΤΙΚΗ

“Χρήστος Σαρτζετάκης: Η “Αλλαγη” του πολιτειακου πνεύματος… Βαθιά δημοκράτης, βαθιά ενωτικός, βαθιά δίκαιος..”

Γράφει ο “Σαλβαδόρ”

Στις 29 Μαρτίου 1985 ο Αρεοπαγίτης δικαστικός Χρήστος Σαρτζετάκης, εκλέγεται από την Βουλή των Ελλήνων ως Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Τα όσα προηγήθηκαν τον μισό χρόνο πριν την επίσημη ανακοίνωση της πρότασης του ονόματος του από την κυβέρνηση του Ανδρεα Παπανδρέου κατεδειξαν τον σκοπό και τον ρόλο του θεσμού της Προεδρίας. Ότι έπρεπε να είναι ένα άτομο βαθιά Δημοκρατικό, διαλλακτικο, με επιστημονικό κύρος και ήθος και φυσικά με πνεύμα εθνικής ενότητας. Στα μέσα του 1985 λοιπόν και ενώ όλοι οι αντιπολιτευτικοι κύκλοι και έντυπα περίμεναν την πολιτική ρεβάνς του Ανδρέα και σε αυτό το πεδίο… Να προτείνει δηλαδή ένα πρόσωπο προερχόμενο από την παραδοσιακή σκληρή αριστερά, ο ίδιος τους διέψευσαι με την επιλογή του Χρήστου Σαρτζετάκη που έσπασε πολλά πολιτικά taboo, καθώς ο ίδιος δεν υπήρξε ποτέ σύμβολο της αριστεράς σε κανένα πεδίο αλλά ένας ανώτερος νομικος-δικαστικος με επιστημονικό κύρος και βαρύτητα, προερχόμενος από μια δημοκρατική οικογένεια της μεσαίας τάξης από την Βόρεια Ελλάδα, χωρίς να κατάγεται από πολιτικό “τζάκι” και κυρίως με μια καινοτομία πρωτόγνωρη για τα μεταπολιτευτικα δεδομένα, το ότι δεν ήταν πολιτικό πρόσωπο. Κάτι το οποίο για την εποχή θεωρήθηκε κατακριτέο καθώς πολλοί δοκίμιο πολιτειολογοι μίλησαν για την αναγκαιότητα ο ΠτΔ να διακατέχεται από την προτερη πολιτική εμπειρία.
Το παρελθόν όμως του Χρήστου Σαρτζετάκη, σε ότι είχε να κάνει με την δικαστική πορεία, το ήθος και τα δημοκρατικά του πιστεύω, μιλούσε από μόνο του.
Το 1963 υπηρέτησε στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, και έγινε γνωστός ως ανακριτής στην υπόθεση της δολοφονίας του βουλευτή της Αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη. Διεξήγαγε την ανάκριση χωρίς να υποκύψει σε πολιτικές πιέσεις που δέχτηκε από την τότε πολιτική και δικαστική εξουσία. Η γενναία στάση του αποτυπώθηκε στην ταινία “Ζ” του Κώστα Γαβρά.Το 1968, επί Χούντας, απολύθηκε από το δικαστικό σώμα και στη συνέχεια συνελήφθη δύο φορές, βασανίστηκε στο ΕΑΤ-ΕΣΑ και φυλακίστηκε, χωρίς δίκη. Απολύθηκε από τις φυλακές της Χούντας μετά από διεθνή κατακραυγή το 1971. Με την πτώση της δικτατορίας αποκαταστάθηκε στην υπηρεσία του τον Σεπτέμβριο του 1974 με τον βαθμό του Εφέτη.Το 1976 συμμετείχε στη σύνθεση του Συμβουλίου Εφετών η οποία απέρριψε το αίτημα της Γερμανίας για την έκδοση του Ρολφ Πόλε, καταζητούμενου για τρομοκρατική δράση, με το σκεπτικό ότι τα εγκλήματά του είναι πολιτικά και ως εκ τούτου η έκδοσή του απαγορεύεται από το ελληνικό Σύνταγμα. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου άσκησε πειθαρχική δίωξη κατά των τριών πλειοψηφησάντων δικαστών (Κ. Αλεξόπουλος, Σ. Βάλλας, Χ. Σαρτζετάκης) γι’ αυτή τη απόφαση, γεγονός που θεωρήθηκε ανεπίτρεπτη παρέμβαση στη δικαστική ανεξαρτησία.
Η εκλογή του συνδέθηκε με δύο προβλήματα Συνταγματικού Δικαίου, τα «χρωματιστά ψηφοδέλτια» και την «ψήφο Αλευρά». Για την ψηφοφορία χρησιμοποιήθηκαν ψηφοδέλτια διαφορετικού χρώματος για κάθε υποψήφιο, κάτι που η τότε αξιωματική αντιπολίτευση (Νέα Δημοκρατία) κατήγγειλε ως απόπειρα ακύρωσης του μυστικού χαρακτήρα της ψηφοφορίας, επειδή, όπως υποστήριξε, το χρώμα του κάθε ψηφοδελτίου διακρινόταν από τον ημιδιαφανή φάκελο. Υποστηρίχθηκε επίσης ότι ο τότε Πρόεδρος της Βουλής Γιάννης Αλευράς δεν έπρεπε να λάβει μέρος στην ψηφοφορία ως εκτελών χρέη Προέδρου της Δημοκρατίας μετά την πρόωρη παραίτηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του ως Προέδρου της Δημοκρατίας έγινε γνωστός για τη δήλωσή του “είμαστε έθνος ανάδελφον”, που γνώρισε μεγάλη αποδοχή και έχει παρερμηνευθει κ’ σατυριθει έως σήμερα. Ο Σαρτζετάκης θέλησε με την φράση του αυτή να συνοψισει την διάσταση εξωτερικής πολιτικής που έμπαινε η χώρα μας, σε ρεαλιστικό βαθμό. Θέλησε όχι απλα να δώσει ένα μήνυμα ρεαλιστιλοτητας για το μέλλον και μια μνήμη καταβολής από το παρελθόν, αλλά να στείλει μέσα από έναν λόγο βαθιά φιλοσοφημενο, τα πεπρωμένα που θα συναντουσαμε ως Εθνος κ’ Δημοκρατία τα επόμενα χρόνια.
Για όσους μπορούν να ερμηνεύσουν την φράση του αυτή σε επίπεδο επικοινωνίακης αξιολόγησης, υπήρξε μια συνέχεια του “Ότι καμωμεν θα το καμωμεν μοναχοί μας” του Θεοδορου Κολοκοτρώνη και μια μετέπειτα παραλλαγή της ιστορικής φράσης του Ανδρέα Παπανδρέου “Προτιμουμε να ανήκουμε εις τους Έλληνες..”.