Connect with us

ΓΝΩΜΕΣ

Η τυραννία της κυριολεξίας: Όταν οι λέξεις γίνονται πιο σημαντικές από το νόημά τους

Δεν χρειάζεται να λογοκρίνεις μια άποψη για να την ενοχοποιήσεις.
Αρκεί να την απομονώσεις από τα συμφραζόμενά της, να τη “στριμώξεις” στην κυριολεξία και να απαιτήσεις εξηγήσεις για κάθε λέξη. Έτσι, εκείνος που θέτει τα ερωτήματα καταλήγει να απολογείται και εκείνος που οφείλει απαντήσεις απαλλάσσεται από την υποχρέωση να τις δώσει.

Published

on

Γράφει ο Κωνσταντίνος Ταχτσίδης

Υπάρχει ένας εξαιρετικά αποτελεσματικός τρόπος να αποφύγεις μια πολιτική η προσωπική συζήτηση χωρίς να χρειαστεί να απαντήσεις σε κανένα επιχείρημα. Να “πιαστείς” από μια λέξη.
Να απομονώσεις μια φράση από τα συμφραζόμενά της, να την ερμηνεύσεις με τη μεγαλύτερη δυνατή κυριολεξία και να εξηγήσεις, με ύφος αυθεντίας, γιατί ο συνομιλητής σου υπερβάλλει, παραπλανά ή ψεύδεται.

Το αν κατάλαβες απολύτως τι ήθελε να πει ο συνομιλητής σου, είναι αδιάφορο.
Για την ακρίβεια, είναι προτιμότερο να έχεις καταλάβει γιατί έτσι μπορείς να διαστρεβλώσεις αποτελεσματικότερα το νόημά του.

Έχουμε αποκτήσει μια παράξενη εμμονή με την κυριολεξία.
Κάθε υπερβολή αντιμετωπίζεται ως ανακρίβεια, κάθε μεταφορά ως σφάλμα και κάθε ειρωνεία ως δήλωση που πρέπει να αποδειχθεί.
Και κάπως έτσι, μια ανθρώπινη κουβέντα καταλήγει σε μια γελοία αντιδικία για την ακριβή σημασία των λέξεων.

Η γλώσσα όμως δεν υπάρχει μόνο για να μεταδίδει πληροφορίες με ακρίβεια.
Είναι το μέσο με το οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.
Οι μεταφορές, η ειρωνεία, η υπερβολή, το συναίσθημα και ο υπαινιγμός δεν αποτελούν παρεκκλίσεις από την ορθή επικοινωνία.
Είναι αναπόσπαστα στοιχεία της ανθρώπινης σκέψης.

Advertisement

Η εμμονή με την κυριολεξία έχει γίνει ένας βολικός τρόπος να αποφεύγουμε την ουσία. Από τις προσωπικές σχέσεις μέχρι την πολιτική, συζητάμε όλο και περισσότερο για το τι ειπώθηκε και πως διατυπώθηκε και όλο και λιγότερο για το νόημα.

Η γιαγιά που λέει στο εγγόνι «θα σε φάω» δεν έχει καταγγελθεί ποτέ για κανιβαλισμό.
Η μητέρα που φωνάζει «θα σε σκοτώσω κακομοίρη μου» δεν έχει συλληφθεί.
Ο φίλος που «πέθανε στα γέλια» εξακολουθεί να κάθεται απέναντί μας και παραγγέλνει δεύτερο φρέντο.

Όταν, λοιπόν, κάποιος απομονώνει μια λέξη για να ακυρώσει ολόκληρο το επιχείρημα που τη συνοδεύει, δεν υπερασπίζεται την ακρίβεια, αλλά συχνά αποφεύγει να αναμετρηθεί με την ουσία της ανθρώπινης επικοινωνίας.

Αυτή η πρακτική αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία όταν χρησιμοποιείται για να αποδυναμώσει τη διαμαρτυρία και την κοινωνική αμφισβήτηση.

Advertisement

Τα ΜΜΕ και τα σόσιαλ μίντια έχουν τελειοποιήσει αυτή τη συνήθεια.
Δεν διαβάζουμε πλέον για να καταλάβουμε, αλλά αναζητούμε τη φράση ή τη λέξη που θα απομονώσουμε, θα φωτογραφίσουμε και θα παρουσιάσουμε ως πειστήριο.
Η ερμηνεία απαιτεί σκέψη, η αποσπασματικότητα απλώς ένα screenshot.

Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία που συζητά όλο και περισσότερο, αλλά συνεννοείται όλο και λιγότερο.

Η γλώσσα, όμως, δεν είναι συμβολαιογραφικό έγγραφο, είναι ένας ζωντανός οργανισμός που εχει μεταφορές, υπερβολές, ειρωνεία, υπονοούμενα.
Μερικές φορές λέμε «δεν πειράζει» ακριβώς επειδή πειράζει αφόρητα.

Η κυριολεξία ως μηχανισμός εξουσίας

Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η εμμονή στη κυριολεκτική ακρίβεια εφαρμόζεται εξαιρετικά επιλεκτικά.

Advertisement

Η ίδια, για παράδειγμα, η κυβέρνηση που απαιτεί από τους πολίτες και την αντιπολίτευση να χρησιμοποιούν απολύτως ακριβείς διατυπώσεις, δεν διστάζει να καταφεύγει σε γενικεύσεις, συνθήματα και χαρακτηρισμούς όταν εξυπηρετούν την πολιτική της.

Στην ελληνική -και όχι μόνο- πολιτική σκηνή υπάρχει πλέον ένα ολόκληρο λεξιλόγιο υπό επιτήρηση.
Δεν επιτρέπεται να μιλήσεις για «κατάρρευση», επειδή το ΕΣΥ εξακολουθεί να λειτουργεί.
Για «ασφυξία», επειδή κανείς δεν έπαψε κυριολεκτικά να αναπνέει.
Για «οικονομικό στραγγαλισμό», επειδή η χρηματοδότηση των Δήμων δεν έχει διακοπεί ολοκληρωτικά.
Για «διάλυση», επειδή οι δημόσιοι θεσμοί εξακολουθούν τυπικά να υπάρχουν.
Για «ξεπούλημα», επειδή η πώληση πραγματοποιήθηκε έναντι τιμήματος.

Η κοινωνική οργή μπορεί να βαφτιστεί «τοξικότητα».
Η σκληρή κριτική «λαϊκισμός».
Η αμφισβήτηση κυβερνητικών επιλογών «αποσταθεροποίηση της χώρας».
Η φράση «οικονομική εξόντωση των μικρομεσαίων» μπορεί να απορριφθεί ως υπερβολική επειδή η εξόντωση συνδέεται κυριολεκτικά με τη φυσική εξάλειψη. Στον πολιτικό λόγο, όμως, χρησιμοποιείται και για τη συστηματική καταστροφή των προϋποθέσεων αξιοπρεπούς διαβίωσης ή επαγγελματικής επιβίωσης.

Και κάπως έτσι, κάθε κοινωνική καταγγελία μπορεί να καταλήξει σε ένα γελοίο παιχνίδι σημασιολογικής ακρίβειας.
Η συζήτηση δεν αφορά πλέον αν ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει με τον μισθό του, αλλά αν δικαιούται να πει ότι «δεν βγαίνει».
Δεν αφορά αν ένα νοσοκομείο παρέχει επαρκή περίθαλψη, αλλά αν δικαιούμαστε να χρησιμοποιούμε τη λέξη «κατάρρευση».

Advertisement

Η πιο αποτελεσματική μορφή αυτής της επικοινωνιακής τακτικής δεν είναι να αποδείξεις ότι η κοινωνία κάνει λάθος, αλλά να την υποχρεώσεις να απολογείται διαρκώς για τον τρόπο με τον οποίο περιγράφει όσα ζει.

Και είναι εξοργιστικό ότι αυτή η απαίτηση για απόλυτη ακρίβεια προβάλλεται συχνά από εκείνους που δεν δείχνουν την ίδια ευαισθησία όταν χρησιμοποιούν οι ίδιοι τις λέξεις «τοξικότητα», «λαϊκισμός», «δικαιωματισμός της woke ατζεντας», «εισβολείς». «αποσταθεροποίηση» ή «εθνικός κίνδυνος», για να απαξιώσουν τους αντιπάλους τους ή μειονότητες για ψηφοθηρικούς λόγους.

Σε κάθε περίπτωση, το μοτίβο είναι παρόμοιο, αντί να απαντάς στο κοινωνικό πρόβλημα, επιχειρείς να αποδυναμώσεις τον τρόπο με τον οποίο αυτό εκφράζεται.

Όταν η κυριολεξία γίνεται εχθρός της κατανόησης

Η δημοκρατία δεν απειλείται από τις μεταφορές, την ειρωνεία ή την πολιτική υπερβολή, αλλά όταν χάνουμε την ικανότητα να αναγνωρίζουμε το νόημα πίσω από τις λέξεις.

Advertisement

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ακρίβεια είναι περιττή ή ότι κάθε υπερβολή είναι δικαιολογημένη.
Η τεκμηρίωση, η αλήθεια και η σαφήνεια παραμένουν απαραίτητες προϋποθέσεις του δημοκρατικού διαλόγου.

Υπάρχει, όμως, τεράστια διαφορά ανάμεσα στο να απαιτείς ακριβή επιχειρήματα και το να χρησιμοποιείς την κυριολεξία για να αποφεύγεις τη λογοδοσία.

Και κάπως έτσι, η πολιτική συζήτηση κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα ατελείωτο σεμινάριο γλωσσικής επιμέλειας, με εισηγητές τους ίδιους ανθρώπους που καλούνται να λογοδοτήσουν για όσα συμβαίνουν στη χώρα.

Μόνο που σε αυτή την τόσο βολική μέθοδο, υπάρχει ένα μικρό προβληματάκι.

Advertisement

Η ακρίβεια δεν γίνεται λιγότερο επώδυνη επειδή αυξήθηκε ο κατώτατος μισθός και μοιράζονται επιδόματα, την αξία των οποίων εξανεμίζουν οι ανατιμήσεις του πληθωρισμού, η διαφθορά και η αισχροκέρδεια.

Αν αμφισβητήσεις την ανεξαρτησία της ενημέρωσης, θα σου απαριθμήσουν πόσες εφημερίδες κυκλοφορούν.
Αν μιλήσεις για την άνιση πρόσβαση στη Δικαιοσύνη, θα σου υπενθυμίσουν ότι όλοι έχουν δικαίωμα προσφυγής σε αυτήν.

Η δημοκρατία, όμως δεν είναι διαγωνισμός ορθής διατύπωσης, αλλά η δυνατότητα να συζητάμε, να διαφωνούμε και κυρίως να αναγνωρίζουμε το πραγματικό περιεχόμενο όσων λέγονται. Γιατί η πολιτική αντιπαράθεση δεν διεξάγεται μόνο γύρω από νομοσχέδια, προγράμματα και αριθμούς, αλλά και γύρω από τις έννοιες με τις οποίες ερμηνεύουμε την πραγματικότητα.
Τι θεωρούμε δίκαιο, τι ονομάζουμε κρίση, τι χαρακτηρίζουμε ακραίο, τι αποδεχόμαστε ως εφικτό ή αναπόφευκτο.
Και όταν χάνουμε τη δυνατότητα να περιγράφουμε τον κόσμο κυριολεκτικά, περιορίζουμε τη δυνατότητά μας να τον αλλάξουμε

Η πιο επικίνδυνη συνέπεια της τυραννίας της κυριολεξίας είναι να καταλήξουμε σε μια κοινωνία όπου όλο και περισσότεροι θα “διορθώνουν” τις λέξεις, αλλά όλο και λιγότεροι θα ενδιαφέρονται για όσα αυτές προσπαθούν να νοηματοδοτήσουν.

Advertisement

Κι όσο οι άνθρωποι απολογούνται για τον τρόπο που περιγράφουν την πραγματικότητα, εκείνοι που την καθορίζουν απαλλάσσονται από την υποχρέωση να απολογηθούν γι’ αυτήν.