Connect with us

ΓΝΩΜΕΣ

Αλήθεια τώρα, μπορoύμε να αλλάξουμε το Σύνταγμα μια χώρα που αμφισβητεί τους θεσμούς της;

Published

on

Του Γαβρή Άγγελου

Η Συνταγματική Αναθεώρηση είναι από τις σημαντικότερες διαδικασίες μιας δημοκρατίας. Δεν αφορά μόνο την αλλαγή ορισμένων άρθρων. Καθορίζει τους κανόνες με τους οποίους θα λειτουργεί το κράτος για τα επόμενα χρόνια. Γι’ αυτό απαιτεί ευρείες πολιτικές συναινέσεις, θεσμική σοβαρότητα και, κυρίως, εμπιστοσύνη των πολιτών.

Αυτό είναι και το βασικό ερώτημα που συνοδεύει την πρωτοβουλία της κυβέρνησης. Όχι αν χρειάζεται ή όχι αναθεώρηση του Συντάγματος, αλλά αν υπάρχει σήμερα το πολιτικό και θεσμικό υπόβαθρο για μια τόσο κρίσιμη διαδικασία.

Η συζήτηση ανοίγει σε μια περίοδο κατά την οποία η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς βρίσκεται υπό πίεση. Τα τελευταία χρόνια, μια σειρά από υποθέσεις έχουν τροφοδοτήσει δημόσιο προβληματισμό για τη λειτουργία του κράτους. Το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων ανέδειξε σοβαρά ερωτήματα για τους μηχανισμούς ελέγχου και τον ρόλο των ανεξάρτητων αρχών. Η τραγωδία των Τεμπών έφερε στο προσκήνιο ζητήματα κρατικής λειτουργίας, ευθυνών και λογοδοσίας. Παράλληλα, η δημόσια συζήτηση για την ανεξαρτησία των ελεγκτικών μηχανισμών και της Δικαιοσύνης παραμένει ανοιχτή.

Advertisement

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση αποκτά αναπόφευκτα πολιτικό περιεχόμενο. Δεν περιορίζεται στη διατύπωση νέων συνταγματικών διατάξεων. Αγγίζει το ερώτημα αν οι κανόνες που ήδη υπάρχουν εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους.

Ένα Σύνταγμα δεν προστατεύει τη δημοκρατία επειδή αλλάζει συχνά. Την προστατεύει όταν εφαρμόζεται με συνέπεια. Η ύπαρξη ισχυρών συνταγματικών εγγυήσεων έχει μικρή αξία εάν οι θεσμοί που καλούνται να τις υπηρετήσουν δεν λειτουργούν με ανεξαρτησία, διαφάνεια και λογοδοσία.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη διαδικασία ως ευκαιρία θεσμικού εκσυγχρονισμού. Η αντιπολίτευση αντιτείνει ότι ο εκσυγχρονισμός των θεσμών δεν ξεκινά από την αλλαγή του κειμένου του Συντάγματος αλλά από τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο. Η διαφωνία, επομένως, δεν αφορά μόνο τις προτεινόμενες αλλαγές. Αφορά τη σειρά των προτεραιοτήτων.

Η συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι μια συνηθισμένη κοινοβουλευτική πρωτοβουλία. Είναι μια διαδικασία που απαιτεί ευρεία πολιτική νομιμοποίηση, επειδή διαμορφώνει τους κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού για όλους και όχι μόνο για την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία. Όσο μεγαλύτερη είναι η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η ανάγκη για ουσιαστική συναίνεση.

Advertisement

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι ποια άρθρα θα αλλάξουν. Είναι αν η χώρα μπορεί να οικοδομήσει ξανά σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και τους θεσμούς της. Χωρίς αυτή τη βάση, ακόμη και η πιο φιλόδοξη συνταγματική μεταρρύθμιση κινδυνεύει να εκληφθεί ως μια ακόμη πολιτική πρωτοβουλία χωρίς βαθύτερη κοινωνική αποδοχή.

Η Ελλάδα έχει ασφαλώς ανάγκη από διαρκή θεσμικό εκσυγχρονισμό. Όμως ο εκσυγχρονισμός δεν εξαντλείται στην αναθεώρηση συνταγματικών διατάξεων. Προϋποθέτει ανεξάρτητους θεσμούς, αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου, ισχυρά αντίβαρα στην εκτελεστική εξουσία και λογοδοσία χωρίς εξαιρέσεις.

Η συζήτηση για το Σύνταγμα μπορεί να αποτελέσει αφετηρία μιας νέας θεσμικής συμφωνίας μόνο εφόσον προηγηθεί η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους κανόνες που ήδη ισχύουν. Γιατί σε μια δημοκρατία, η αξιοπιστία των θεσμών δεν κρίνεται πρώτα από το τι γράφει το Σύνταγμα, αλλά από το αν αυτό εφαρμόζεται ισότιμα απέναντι σε όλους.

Advertisement