“Επιστροφή στις μεγάλες κυβερνήσεις;” – Του Παναγιώτη Καρκατσούλη

Γράφει ο Τομεάρχης Πολιτικής Προστασίας του Κινήματος Αλλαγής, Παναγιώτης Καρκατσούλης

 

Παράλληλα με την συνεχιζόμενη συζήτηση για την πανδημία, τα εμβόλια και τις οικονομικές επιπτώσεις της, διεξάγεται μια άλλη, ελάσσων αυτή, για το σχήμα διακυβέρνησης που επιτάσσει η νέα πραγματικότητα. Κοινή συνισταμένη όσων εμπλέκονται σ’ αυτή την συζήτηση είναι η διαπίστωση ότι χρειαζόμαστε νέες επεξεργασίες και καινούργια εισερχόμενα σε σχέση με την δομή και τις λειτουργίες της κυβέρνησης ως συλλογικού οργάνου λήψης αποφάσεων. Μ’ άλλα λόγια, μια συζήτηση που είχε «κλείσει», πριν από μερικές δεκαετίες, ανοίγει ξανά. Αφορά το μέγεθος και την έκταση των αρμοδιοτήτων της κεντρικής κυβέρνησης. Και η κατεύθυνση της συζήτησης είναι, αυτή τη φορά, υπέρ των μεγάλων κυβερνήσεων. «Οι μεγάλες κυβερνήσεις επιστρέφουν- και μάλιστα εκδικητικά»  αναφέρει ο Chris Cillizza, από το CNN. Και μάλλον έχει δίκιο. Ποιος θα συνηγορούσε σήμερα στην δήλωση του Bill Clinton, πριν από 25 χρόνια, ενώπιον του Κογκρέσου ότι «η εποχή των μεγάλων κυβερνήσεων πέρασε» (“Τhe era of big government is over”); Πόσο παράφωνη ακούγεται, σήμερα, η ατάκα του Schumpeter “small is beautiful” που για δεκαετίες ολόκληρες ήταν το motto των αντιπάλων των διοικητικών δεινοσαύρων; Η πανδημία ενταφίασε την κεντρική φαντασίωση των αντιπάλων του Χομπσιανού κράτους “to run the state like a business”. 

Εκείνος που καθοδηγεί τη σχετική συζήτηση και πρακτική δεν είναι άλλος από τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Μπορεί ο Joe Biden να μην το δηλώνει ευθαρσώς αλλά η απόφασή του να ρίξει 6 τρις δολλάρια στην αμερικανική οικονομία, προκειμένου οι ΗΠΑ όχι απλώς να βγουν από την κρίση, αλλά να πρωτοστατήσουν σ’ εναν νέο κόσμο, δεν θα μπορέσει να υλοποιηθεί χωρίς μια ισχυρότατη κρατική μηχανή.  

Παρ’ όλα αυτά κανένας απ’ όσους είχαν έναν σκεπτικισμό απέναντι στο “lean state» των τριών προηγούμενων δεκαετιών δεν πιστεύει στην επιστροφή ενός άκρατου κρατικού παρεμβατισμού. Αντιθέτως, το αίτημα για την επιστροφή σε μια, προεχόντως, στιβαρή κυβέρνηση αναφέρεται περισσότερο στην επιστροφή των αρμοδιοτήτων που το κεντρικό κράτος είχε απεμπολήσει. Αυτό, όμως, κάθε άλλο παρά την επιστροφή σ’ ενα πλαδαρό και γραφειοκρατικό κράτος σημαίνει. Σε συνδυασμό με τα προτάγματα της πράσινης οικονομίας και του ψηφιακού κράτους, ισχυρή κυβέρνηση σημαίνει πρέπει να υπάρχει ένα έξυπνο κράτος που οι παρεμβάσεις του δεν θα  μένουν «αόρατες», αλλά θα είναι ηχηρές και ανατρεπτικές. 

Το αίτημα για την επιστροφή στις μεγάλες κυβερνήσεις συνδέεται, επίσης, με την αποτελεσματική προάσπιση του δημοσιου συμφεροντος, το οποίο τόσο στην περίοδο της μεγάλης χρηματοπιστωτικής όσο και της υγειονομικής κρίσης  απειλήθηκε και διακυβεύθηκε σοβαρά. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε από την κοινωνία μια σαφής επίκληση προς το κράτος κι όχι προς τους πολυεθνικούς ομίλους για έξοδο από την κρίση. 

Το αίτημα της επιστροφής των μεγαλων, ισχυρών κυβερνήσεων διατυπώνεται ως αντίβαρο απέναντι στην αδυναμία των περισσότερων κυβερνήσεων του δυτικού κόσμου να αντιμετωπίσουν την ένταση και τις περιπλοκές του κορωνοϊού. Τα συστήματα εποπτείας των μέτρων κατά της πανδημίας, η διασφάλιση της δημόσιας υγείας και η διαφάνεια των προμηθειών, όσον αφορά την κάλυψη των έκτακτων αναγκών, αποτέλεσαν διακυβεύματα της παγκόσμιας κοινότητας. Η συζήτηση για περισσότερο η λιγώτερη κυβέρνηση απαντήθηκε από την ίδια τη ζωή. Είδαμε τις κυβερνήσεις, απανταχού, να δείχνουν μια ανέλπιστη αντοχή απέναντι σε μια κρίση με παγκοσμιοποιημένα χαρακτηριστικά που απαιτούσε ταχύτατες αντιδράσεις σε πολλά μέτωπα: Από την έρευνα των εμβολίων και φαρμάκων μέχρι την ανάπτυξη ενός ψηφιακού περιβάλλοντος που θα μπορούσε, ευσχήμως, να αντικαταστήσει το πραγματικό εργασιακό περιβάλλον οι αποφάσεις- άλλες σωστές κι άλλες λάθος- ήταν, πάντως, των κεντρικών κυβερνήσεων.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στην πρωτοφανή κοινοτική αλληλεγγύη που αναπτύχθηκε στην Ευρώπη, χωρίς να υπάρχουν, καν, τα τυπικά διαπιστευτήριά της. Η υποστήριξη των ανέργων και όσων ζημιώθηκαν χωρίς υπαίτιότητά τους από την πανδημία, αφήνουν μια υποσχετική για την διαχείριση του χρέους των χωρών της Ευρωζώνης που βρίσκεται πολύ μακριά από την δημοσιονιομική ορθοδοξία των τελευταίων 40 χρόνων. 

Βεβαίως, η επιχειρούμενη και διαφαινόμενη στροφή σε στρατηγικές μιας μεγάλης παρεμβατικής κυβέρνησης δεν θα γίνει χωρίς κραδασμούς. Αυτές θα προκληθούν από εκείνους που επένδυσαν σ’ ένα ελάχιστο κράτος που πρέπει να περιορίζεται σ’ έναν διαιτητικό ρόλο όπως τον διατύπωνε ο Milton Friedman. Ωστόσο η κρίση ξεκαθάρισε, σε σημαντικό βαθμό, τις προτεραιότητες της κρατικής παρέμβασης και αυτές βρίσκονται στον αντίποδα του νεοφιλελευθερισμού.  Η νέα ατζέντα για τον ρόλο και τις αρμοδιότητες της κυβέρνησης που υιοθετήθηκε από σημαντικούς ηγέτες του κόσμου έχει περισσότερα σοσιαλδημοκρατικά παρά νεοφιλελεύθερα χαρακτηριστικά. Υπό μια έννοια και στον βαθμό που δεχόμαστε ότι η πολιτική του Προέδρου Biden σηματοδοτεί την εγκατάλειψη του συντηρητικού λαϊκισμού του Trump, βρισκόμαστε ενώπιον μιας αλλαγής παραδέιγματος στο ζήτημα της διακυβέρνησης. 

Η επιστροφή της μεγάλης και ισχυρής κυβέρνησης αφορά και το μέτωπο της εξωτερικής πολιτικής. Μια ισχυρή αμερικανική κυβέρνηση δεν μπορεί να αφήσει εκτός του πεδίου παρέμβασής της τις σχέσεις με τους μεγάλους ανταγωνιστές της, όπως είναι η Κίνα και η Ρωσία. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι οι ΗΠΑ διεκδικούν, εκ νέου, τα πρωτεία στον κόσμο, χρειάζεται μια ισχυρή κεντρική κυβέρνηση που, προφανώς, δεν θα περιορίζεται στον όγκο της αλλά θα διαθέτει και την ευφυία που απαιτείται. Πρέπει να είναι κανείς πολύ αφελής για να φαντάζεται ότι μπορεί να δημιουργηθεί εν μέση Αμερική ένα κομμουνιστικό, σοβιετικού τύπου κυβερνητικό apparat. 

Τούτων δοθέντων, μπορεί κανείς, εύλογα, να διερωτηθεί, εάν το σύνθημα της επιστροφής σε μεγάλες κυβερνήσεις, σημαίνει κάτι ιδιαίτερο για την ελληνική περίπτωση. Μπορεί, άραγε, να ξεκινήσει και στη χώρα μας μια συζήτηση εάν χρειαζόμαστε μια μεγάλη κυβέρνηση; Ένα τέτοιο ερώτημα έχει, όμως, ήδη απαντηθεί. Εμείς όχι μόνον έχουμε μεγάλες κυβερνήσεις αλλά αυτές συνεχώς διογκώνονται! Η χώρα μας ακολουθεί μια αντι-δυτική πορεία όσον αφορά την πολιτική για την δημόσια διοίκηση, αφού στηρίζεται και εφαρμόζει ένα πελατειακό μοντέλο διακυβέρνησης. Βασικό κριτήριο για την οργάνωση και λειτουργία της κυβέρνησης δεν είναι οι ανάγκες πεδίων πολιτικής παρέμβασης αλλά οι πελατειακές πιέσεις. Με δεδομένο, δε, ότι αυτές   διαρκώς διογκώνονται, παρακολουθούμε την συνεχή μεγέθυνση του κυβερνητικού σχήματος. Μάλιστα, είναι σημαντικό ότι οι κυβερνήσεις μεγαλώνουν ανεξάρτητα από την πολιτική τους κατεύθυνση η ιδεολογία. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι μία από τις μεγαλύτερες κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης με 51 μέλη. Είχαν προηγηθεί οι κυβερνήσεις Τσίπρα με 48 και 53 μέλη, με μικρότερη της δεκαετίας την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου με 39 μέλη. Αυτές οι κυβερνήσεις καθοδηγούνται από μια εσωτερική κυβερνητική ελίτ («Μαξίμου») που ασκεί, ουσιστικά, την διακυβέρνηση.

Ευελπιστούμε, ωστόσο, ότι η αυξανόμενη λειτουργική ενσωμάτωση της χώρας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι θα οδηγήσει σε αλλαγή του μοντέλου διακυβέρνησης. Προς τούτο απαιτούνται, βεβαίως, σημαντικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες δεν συγκαταλέγονται στην κυβερνητική ατζέντα.

Μόνον η προοδευτική παράταξη, το Κίνημα Αλλαγής, έχει σαφείς θέσεις για την οργάνωση και λειτουργία της κυβέρνησης στο σύγχρονο κόσμο που αντιστοιχούν στην –νέα-σοσιαλδημοκρατική ατζέντα. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ