“Επτά αλήθειες για την ΔΕΘ” – Γράφει ο Κυριάκος Μερελής

Με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το μέλος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου, ο πάντα δραστήριος, Κυριάκος Μερελής, τοποθετήθηκε σχετικά με το μέλλον της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης:

“Η Θεσσαλονίκη είναι κατά γενική ομολογία μια πόλη με φυσική ομορφιά, η οποία με κάποιες ουσιαστικές παρεμβάσεις, μπορεί να γίνει μία από τις ομορφότερες πόλεις της Ευρώπης και όχι μόνο…
Μία από αυτές είναι η ανάπλαση του υφιστάμενου χώρου της ΔΕΘ σε Μητροπολιτικό Πάρκο, και η μετεγκατάσταση των βαρέων εκθεσιακών εγκαταστάσεων και δραστηριοτήτων της ΔΕΘ στη Δυτική Θεσσαλονίκη.

Επτά αλήθειες για τη ΔΕΘ

1. Η Θεσσαλονίκη, πόλη με το λιγότερο πράσινο ανά κάτοικο, δεν μπορεί να θυσιάσει τον μοναδικό χώρο στην καρδιά της.
2. Η ΔΕΘ δεν μπορεί να αναπτυχθεί στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
3. Η Δυτική Θεσσαλονίκη δικαιούται μια εστία ήπιας ανάπτυξης.
4. Ο νέος χαρακτήρας της ΔΕΘ.
5. Το ΣΔΙΤ της ΔΕΘ είναι οικονομικό και πολιτικό ατόπημα.
6. Οι δύο επιλογές, του Μητροπολιτικού πάρκου και της «Νέας ΔΕΘ» στην Δυτική Θεσσαλονίκη, είναι η ουσία της πράσινης και βιώσιμης ανάπτυξης.
7. Η Κεντρική Μακεδονία δικαιούται 8 δισ. ευρώ από τους πόρους της προγραμματικής 2020-2027, η Θεσσαλονίκη 4 δισ. ευρώ, αν δεν χρηματοδοτήσει τα δύο αυτά έργα, τι θα χρηματοδοτήσει;

1. Είναι αδιανόητο, η πόλη με το λιγότερο πράσινο ανά κάτοικο στην ΕΕ και την Ελλάδα, να καταστρέψει τη μοναδική δυνατότητα που έχει, να αποκτήσει ένα μητροπολιτικό πάρκο για να μπορεί να αναπνέει.

Ακόμη χειρότερα, είναι εγκληματικό να παραδώσει στην αντιπαροχή τον χώρο της ΔΕΘ, στο κέντρο της πόλης, για να κατασκευάσει ξενοδοχείο, εμπορικό και χρηματοοικονομικό κέντρο, γιγάντιο πάρκινγκ και νέες εγκαταστάσεις για τη ΔΕΘ, λειτουργώντας ανταγωνιστικά ως προς το ιστορικό κέντρο και τις υφιστάμενες επιχειρήσεις της Θεσσαλονίκης, φορτώνοντας παράλληλα την καρδιά της με κατασκευές και δραστηριότητες που δεν τις χρειάζεται στον χώρο αυτόν και οι οποίες θα επιβαρύνουν κυκλοφοριακά, περιβαλλοντικά, λειτουργικά και αισθητικά την ευρύτερη περιοχή.
Είναι αδιανόητο, σε μια εποχή που η πόλη δοκιμάζεται συχνά από πλημμυρικά φαινόμενα και όλα δείχνουν ότι η κλιματική αλλαγή θα προκαλεί στο προσεχές μέλλον περισσότερα και εντονότερα ακραία καιρικά φαινόμενα, να δημιουργούμε νέα εσωτερικά τείχη και εμπόδια στην ομαλή απορροή των υδάτων, θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια των πολιτών και της πόλης.
Είναι αδιανόητο, να παραβιάζονται τόσο βάναυσα και με τόση ευκολία το σύνταγμα, νόμοι και αποφάσεις της Τοπικής και Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης που από τον σχεδιασμό του Εμπράρ, τον νόμο για το ρυθμιστικό σχέδιο της Θεσσαλονίκης του 1985 και κάθε μετέπειτα τοπικό και περιφερειακό σχεδιασμό, με τη σύμφωνη γνώμη των φορέων της πόλης και των πολιτών της, έχει διαμορφωθεί.
Το Μητροπολιτικό Πάρκο που προβλέπεται σε όλους τους σχεδιασμούς της Θεσσαλονίκης δεν δημιουργεί απλώς μια πράσινη νησίδα στο όριο της παλιάς και της νέας πόλης, ενοποιεί τον χώρο της παραλίας με τον χώρο της ΔΕΘ, τον χώρο του Γ΄ Σώματος, των μουσείων, του δημαρχιακού μεγάρου, του πανεπιστημίου και το περιαστικό δάσος.
Ενσωματώνει τα ταυτοτικά σύμβολα της πόλης σε ένα σύνολο, από τον Λευκό Πύργο, τις ιστορικές αρχιτεκτονικές κατασκευές στον χώρο της ΔΕΘ, το νεοκλασικό του Γ΄ Σώματος Στρατού, τα μουσεία, το δημαρχικό μέγαρο, το ιστορικό οικιστικό απόθεμα του ΑΠΘ και τα βυζαντινά τείχη.
Με την κατασκευή και λειτουργία του μετρό, το Μητροπολιτικό Πάρκο αναβαθμίζει το κέντρο της Θεσσαλονίκης και όλη την πόλη, δημιουργεί ένα ελκυστικό αστικό περιβάλλον για τους κατοίκους, τους επαγγελματίες, τους εργαζόμενους και τους επισκέπτες της.
Ενισχύει την αειφόρο ανάπτυξη και βελτιώνει σημαντικά την οικονομική δραστηριότητα των επιχειρηματιών/επαγγελματιών της Θεσσαλονίκης, καθώς καθίσταται πλέον σημαντικός προορισμός που θα μπορεί να υποδέχεται 365 ημέρες το χρόνο επισκέπτες – τουρίστες τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό.
Προσφέρει δημιουργική διέξοδο στους φοιτητές, τους εκπαιδευτικούς και τους εργαζόμενους του ΑΠΘ και του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.
Το Μητροπολιτικό Πάρκο μπορεί να φιλοξενεί ήπιες εκθεσιακές, ψυχαγωγικές, αθλητικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες, χωρίς να χάνει το χαρακτήρα του δημόσιου ελεύθερου χώρου.
2. Η περιοχή της ΔΕΘ ήταν εκτός του πολεοδομικού ιστού της ιστορικής πόλης, όταν το 1925 χτίστηκαν οι πρώτες εγκαταστάσεις της, σε έκταση που σύμφωνα με το σχέδιο του Εμπράρ ήταν τμήμα ενός μεγάλου περιαστικού πάρκου.
Η σταδιακή ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης προς τα ανατολικά την εγκλώβισε και, από τη δεκαετία του ’70, η ανάπτυξη και η λειτουργία της πιέζεται από τις άλλες λειτουργίες της πόλης ενώ και αυτή πιέζει, περιορίζει και επιβαρύνει τις άλλες λειτουργίες της πόλης, των ανθρώπων και των επισκεπτών της.
Η συνέχιση της λειτουργίας της ΔΕΘ στο κέντρο του πολεοδομικού ιστού δημιουργεί πολλά προβλήματα στην ίδια αλλά και στην πόλη.
Όπως έδειξαν οι μελέτες που έγιναν την περίοδο 1999-2000, για τη βιώσιμη ανάπτυξη της ΔΕΘ ήταν αναγκαία η μετεγκατάσταση της σε καταλληλότερη θέση, και κατά προτίμηση σε δυτική περιοχή δυτικά του Πολεοδομικού Συγκροτήματος.
3. Η Δυτική Θεσσαλονίκη και η ευρύτερη περιοχή της δεν είναι μόνο περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά υποβαθμισμένη, έχει τραγική έλλειψη δημόσιων υποδομών που θα διασφαλίζουν τις βασικές προϋποθέσεις μιας ασφαλούς και αποδεκτής στον 21ο αιώνα οικονομικής και κοινωνικής ζωής, όπως και προϋποθέσεις μιας βιώσιμης κινητικότητας.
Η περιοχή συγκεντρώνει σχεδόν όλες τις βιομηχανικές, οικονομικές και εμπορικές δραστηριότητες της Θεσσαλονίκης που επιβαρύνουν το περιβάλλον και τη ζωή των κατοίκων της.
Έχει έλλειψη βασικών αντιπλημμυρικών, κοινωνικών, υγειονομικών και αθλητικών υποδομών.
Τη διασχίζουν διεθνή, εθνικά, περιφερειακά και τοπικά οδικά δίκτυα, το εθνικό και διεθνές σιδηροδρομικό δίκτυο, δημιουργώντας προβλήματα στο περιβάλλον, ηχορύπανση και κυκλοφοριακή πίεση.
Έχει τις βαριές δραστηριότητες του λιμανιού, του βιολογικού καθαρισμού των αστικών λυμάτων όλης της Θεσσαλονίκης, το σωφρονιστικό κατάστημα των Διαβατών και τις αποθήκες των χημικών βιομηχανιών και των καυσίμων. Έχει κάθε δραστηριότητα της Θεσσαλονίκης, που κανένας δεν θα ήθελε στη γειτονιά του.
Αν κάποτε η πολιτεία έχτισε τα πρώην ΚΑΤΕΕ στην περιοχή, για να δώσει κίνητρα ανάπτυξής της, στη συνέχεια της γύρισε την πλάτη, και της αφιερώνει μόνο δακρύβρεχτους προεκλογικούς λόγους και φρούδες υποσχέσεις.
Η κατασκευή των εγκαταστάσεων της ΔΕΘ στη Δυτική Θεσσαλονίκη θα δώσει μοναδική ώθηση στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της περιοχής, αφού θα συμπαρασύρει και άλλες δραστηριότητες.
Θα την αναβαθμίσει περιβαλλοντικά, αισθητικά και θα αναγκάσει την πολιτεία να αναπτύξει και άλλες υποδομές, όπως ο προαστιακός και το μετρό.
Θα προσφέρει ασφάλεια στον κόσμο της περιοχής, αλλά και όλης της Θεσσαλονίκης, αποβάλλοντας πολλές εστίες παραβατικότητας που αναπτύσσονται στην υποβαθμισμένη αυτήν περιοχή και διαχέονται σε όλη την πόλη.

4. Η εκθεσιακή δραστηριότητα με Κοινοτική Οδηγία απελευθερώθηκε το 1990

έτσι από τότε μπορεί η κάθε ιδιωτική, ελληνική ή ξένη εταιρεία να οργανώνει όποτε θέλει, σε όποια πόλη θέλει, την οποιαδήποτε έκθεση.
Έτσι, χάνοντας το μονοπώλιο η Θεσσαλονίκη, από την ετήσια εκθεσιακή δραστηριότητα της χώρας δεν διοργανώνει πλέον παρά μόνο το 20% από το οποίο το 80% περιλαμβάνει φορείς του στενού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Φέτος, η πανδημία κατέδειξε πόσο πίσω έμεινε η ΔΕΘ από τους τρόπους διοργάνωσης των εκθέσεων στον ανεπτυγμένο κόσμο, αφού οι διοικήσεις της εξυπηρετούν κυρίως τις ανάγκες των κυβερνήσεων και των κομμάτων, που τις διορίζουν, και τις δημόσιες σχέσεις των παραγόντων της πόλης.
Οι οικονομικές απώλειες της Θεσσαλονίκης φέτος, από την ακύρωση της 85ης ΔΕΘ, κατέδειξαν και τις απώλειες που έχει η πόλη εξαιτίας της ανάπτυξης των περισσότερων εκθεσιακών δραστηριοτήτων στην Αττική.
Γενικές εκθέσεις, όπως αυτή του Σεπτεμβρίου είναι φαινόμενο, εδώ και χρόνια, μόνο ελληνικό, και γίνεται περισσότερο για πολιτικούς λόγους. Η φετινή διοργάνωση του πολιτικού forum, που αντικατέστησε, έστω και με προχειρότητα, τη γενική έκθεση, έδειξε ότι η Γενική Έκθεση δεν είναι αναγκαία. Αντιθέτως, ένα οικονομικό forum μπορεί να γίνει σημαντικό γεγονός στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου.
Αλλά ενώ οι γενικές εκθέσεις χάνουν σε σημασία, εξακολουθούν να είναι σημαντικές, ιδιαίτερα για την Κεντρική και τη Βόρεια Ελλάδα, οι βασικές κλαδικές εκθέσεις, που στηρίζονται στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα. Αυτές όμως οι εκθέσεις και λόγω ογκωδών εκθεμάτων αλλά και ενδιαφερόμενου κοινού, ασφυκτιούν στο κέντρο της πόλης και ταυτόχρονα το επιβαρύνουν υπερβολικά. Η πιο σημαντική από αυτές, η Agrotika, είναι και το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα.
Η λειτουργία της ΔΕΘ στις νέες της εγκαταστάσεις είναι η μόνη εγγύηση βιωσιμότητας του θεσμού, σε αντίθεση με τη φθίνουσα μέχρι τώρα πορεία του. Μεσοπρόθεσμα, θα υπάρξουν θετικές επιδράσεις τόσο στην οικονομία της ευρύτερης περιοχής όσο και όλης την πόλης, αυξάνοντας εισοδήματα και απασχόληση. Αλλά εξίσου θα επωφεληθεί και το κέντρο της Θεσσαλονίκης που θα δει τις οικονομικές δραστηριότητες που παραδοσιακά προκαλούνται και ενισχύονται από τη εκθεσιακή δραστηριότητα να τονώνονται.

5. Το ΣΔΙΤ της ΔΕΘ είναι οικονομικό και πολιτικό ατόπημα.

Το 2007, και ενώ ακόμη ίσχυε ο σχεδιασμός του 1999 για τη μετεγκατάσταση της ΔΕΘ στη Δυτική Θεσσαλονίκη, η τότε διοίκηση του εκθεσιακού φορέα δημοσιοποίησε την πρότασή της: Να ανακατασκευαστεί η ΔΕΘ στη σημερινή θέση της. Και επειδή η κυβέρνηση δεν διέθετε τους πόρους, πρότεινε να γίνει με τη μέθοδο των ΣΔΙΤ, δηλαδή με ιδιωτική χρηματοδότηση.
Επειδή όμως η ΔΕΘ δεν θα μπορούσε να αποσβέσει την ιδιωτική χρηματοδότηση, λόγω της οριακής κερδοφορίας της, προτάθηκε να κατασκευαστούν ένα ξενοδοχείο και ένα εμπορικό και χρηματοοικονομικό κέντρο, από τη λειτουργία των οποίων θα έκανε την απόσβεση της επένδυσης, με ένα εύλογο κέρδος, ο επενδυτής στα σαράντα χρόνια της παραχώρησης σε αυτόν της εκμετάλλευσης των νέων εγκαταστάσεων. Το σχέδιο αυτό ακυρώθηκε το 2010, επανήλθε όμως το 2012 με την τότε διοίκηση της ΔΕΘ, και υιοθετήθηκε από την τότε κυβέρνηση και τις επόμενες, μέχρι σήμερα.
Μόνο που στη συνέχεια πήρε τη μορφή του «Κρατικού ΣΔΙΤ».
Η επένδυση υπολογίζεται από την ΕΞΠΟ τουλάχιστο σε περίπου 220 εκατ. ευρώ, και επειδή δεν είναι πιθανό ο επενδυτής να αποσβέσει το κόστος κατασκευής και λειτουργίας και να αποκομίσει ένα εύλογο ετήσιο κέρδος στα σαράντα χρόνια της παραχώρησης, για να γίνει ελκυστική η επένδυση το κέρδος αυτό εγγυάται και αναλαμβάνει ο κρατικός προϋπολογισμός.
Δηλαδή, τη διαφορά ανάμεσα στο συμφωνημένο ποσό που θα περιέχεται στη Σύμβαση Παραχώρησης, που θα πρέπει να εισπράττει ετησίως ο παραχωρησιούχος – επενδυτής, και στα όποια ετήσια κέρδη του Real Estate, θα την πληρώνει ο φορολογούμενος πολίτης.
Είναι βέβαιο ότι πολύ πάνω από το 50% του ετήσιου συμφωνημένου ποσού θα το καταβάλει ο κρατικός προϋπολογισμός, γι’ αυτό και δεν αναφέρονται ποτέ στο θέμα όσοι προωθούν το Project της ΔΕΘ, για να μην ξεσηκωθεί ο κόσμος από την αποκάλυψη του ψευδεπίγραφου ΣΔΙΤ.
Με απλά λόγια, αυτό σημαίνει ότι ο παραχωρησιούχος – επενδυτής, μόλις κερδίσει τον διαγωνισμό, θα απευθυνθεί στις τράπεζες για να δανειστεί το αναγκαίο ποσό της επένδυσης. Ο δανεισμός θα είναι εύκολος, αφού η αποπληρωμή του θα έχει την κρατική εγγύηση, το δε κόστος του θα ενσωματωθεί στο χρηματοοικονομικό μοντέλο που θα πληρωθεί από το Δημόσιο. Δηλαδή, στον ιδιώτη επενδυτή, χωρίς να βάλει και να ρισκάρει ούτε ένα ευρώ, θα παραχωρηθεί το καλύτερο οικόπεδο της Θεσσαλονίκης για να κατασκευάσει το Real Estate, να το εκμεταλλεύεται τουλάχιστον επί σαράντα χρόνια και με εγγυημένες από το Δημόσιο ετήσιες αποδόσεις.
Μήπως αυτό είναι που κινεί τελικά το προωθούμενο «Σχέδιο ανάπλασης»;
Αυτά είναι τα νέα ΣΔΙΤ που οι χρηματοοικονομικές αγορές και οι μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες πρότειναν στις κυβερνήσεις των μνημονίων και του Τρίτου κόσμου και αυτές το αποδέχτηκαν με ενθουσιασμό, κρύβοντας τις αλήθειες από τους πολίτες.
6. Η προσχηματική «Ανάπλαση» είναι η απόλυτη καταστροφή κάθε προσπάθειας να αποκτήσει ακόμη λίγο πράσινο η Θεσσαλονίκη και να γίνει περισσότερο φιλική με τους ανθρώπους και τους επισκέπτες της.
Αντίθετα, η επιλογή της ανάπτυξης του Μητροπολιτικού πάρκου στο κέντρο της Θεσσαλονίκης και η δημιουργία ενός πράσινου διαδρόμου από τη θάλασσα μέχρι το περιαστικό δάσος είναι η απόλυτη πράσινη επένδυση για μια βιώσιμη ανάπτυξη της πόλης και της βιώσιμης κινητικότητας στο Πολεοδομικό Συγκρότημα Θεσσαλονίκης. Η διεθνής εμπειρία δείχνει πως ένα βιώσιμο και ελκυστικό αστικό περιβάλλον είναι αποφασιστικός παράγων για την εγκατάσταση καινοτόμων επιχειρήσεων, που τόσο ανάγκη έχει η πόλη.
Συγχρόνως, η ανάπτυξη των εγκαταστάσεων της νέας ΔΕΘ, σύμφωνα με τις αναγκαίες βιοκλιματικές προϋποθέσεις στα δυτικά της πόλης, είναι η εξίσου μεγάλη πράσινη και βιώσιμη επένδυση για την πιο υποβαθμισμένη περιοχή της χώρας. Και μάλιστα, αφού δεν θα απαιτηθούν φαραωνικές κατασκευές δεν θα χρειαστεί να αναζητηθεί παραχωρισιούχος ιδιώτης επενδυτής.
Είναι η μοναδική ευκαιρία να αναπτυχθεί η «Νέα ΔΕΘ», σύμφωνα με τις νέες μορφές προσφοράς του εκθεσιακού προϊόντος. Μια ευκαιρία για την υποστήριξη της ελληνικής παραγωγής, της απασχόλησης και φυσικά της πολύπλευρης προσφοράς στην οικονομία της πόλης.
7. Εάν οι υποστηρικτές του καταστροφικού Real Estate είχαν ένα επιχείρημα, την έλλειψη διαθέσιμων δημόσιων πόρων μέχρι τις αρχές του 2020, σήμερα ισχύει το ακριβώς αντίθετο.
Η πανδημία έφερε πρόσθετες οικονομικές επιπτώσεις στην οικονομία και την κοινωνία, οδήγησε όμως την ΕΕ να υιοθετήσει μια επιθετική πολιτική υποστήριξης των οικονομιών των χωρών μελών της.
Η χώρα μας βρέθηκε με ανέλπιστα πολλούς διαθέσιμους πόρους, είτε ως δωρεάν επιχορηγήσεις, είτε ως δάνεια με χαμηλά επιτόκια και την εγγύηση της ΕΕ και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).
Οι συνολικοί πόροι για την επόμενη πενταετία υπολογίζονται, σύμφωνα με την κυβέρνηση, σε 72 δισ. ευρώ.
Πέρα από τα επιδόματα σε εργαζόμενους, ανέργους, επαγγελματίες και τη στήριξη των επιχειρήσεων, την υποστήριξη του ΕΣΥ, περίπου 42 δισ. ευρώ, πάντα σύμφωνα με την κυβέρνηση, θα διατεθούν για την αλλαγή του παραγωγικού και αναπτυξιακού μοντέλου, που θα στηρίζεται σε πράσινες και ψηφιακές επενδύσεις σε όλους τους τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Αυτοί οι δύο πυλώνες είναι οι απόλυτες και δεσμευτικές προϋποθέσεις της ΕΕ για να διαθέσει στη χώρα μας τους πόρους, έχοντας το δικαίωμα ακόμη και μια χώρα της ΕΕ, ειδικά από αυτές που θα προσφέρουν τους πόρους στις φτωχές χώρες, να αναστείλουν τη χρηματοδότηση εάν διαπιστώσουν ότι η λήπτρια χώρα παραβιάσει τους όρους αυτούς.
Η ελληνική κυβέρνηση, μέχρι το τέλος Οκτωβρίου του 2020, θα έπρεπε να καταθέσει την πρότασή της για τις πράσινες και ψηφιακές επενδύσεις.
Η Κεντρική Μακεδονία, σύμφωνα με τα πληθυσμιακά κριτήρια, βασικά για την κατανομή των πόρων, δικαιούται τουλάχιστον οκτώ δισ. ευρώ, και η Θεσσαλονίκη τέσσερα.
Αλήθεια, ποιες θα είναι οι πράσινες και ψηφιακές επενδύσεις, εάν δεν είναι οι δύο επενδύσεις στο κέντρο της πόλης με το Μητροπολιτικό πάρκο και την κατασκευή μιας σύγχρονης βιοκλιματικής και ψηφιακής ΔΕΘ στη Δυτική Θεσσαλονίκη;
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ