“Η Πράσινη πρόκληση: Η 3η Σεπτεμβρίου του 21ου αιώνα”

Γράφει ο Νίκος Χούτας

Η 3η Σεπτεμβρίου, ως ημερομηνία–ορόσημο στη νεότερη ελληνική ιστορία, εμφανίστηκε το 19ο αιώνα με την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και τη θέσπιση Συντάγματος τον επόμενο χρόνο, τερματίζοντας την περίοδο της απόλυτης μοναρχίας, της απεριόριστης δηλαδή άσκησης εξουσίας εκ μέρους του βασιλιά Όθωνα. Οι Έλληνες αποκτούσαν συνταγματική μοναρχία και τον πιο δημοκρατικό εκλογικό νόμο στη γηραιά Ήπειρο. Πρόκειται -σύμφωνα με πολλούς- για την ευόδωση των πολιτικών οραμάτων της Επανάστασης του 1821.

Στον 20ο αιώνα, η 3η Σεπτεμβρίου 1974, ημέρα ίδρυσης του ΠΑΣΟΚ, συμβολίζει τον πολιτικό αγώνα δικαίωσης των πολιτικών και κοινωνικών αιτημάτων, γενεών Ελλήνων. Μέσα σε επτά χρόνια, το ΠΑΣΟΚ εξελίχθηκε σε κίνημα λαού, κίνημα έκφρασης των «μη προνομιούχων» Ελλήνων. Η πρώτη κυβερνητική του θητεία, σηματοδότησε τη διεύρυνση και εμβάθυνση των κοινωνικών δικαιωμάτων και των δημοκρατικών ελευθεριών. Από τη δεύτερη θητεία και έπειτα το σοσιαλιστικό κόμμα ταύτισε την πορεία του με την ίδια την εξέλιξη της Μεταπολίτευσης και των προκλήσεων προσαρμογής της χώρας στα νέα ευρωπαϊκά πλαίσια με αποκορύφωμα τη συμμετοχή της στην επόμενη φάση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. 

Η φετινή επέτειος των 47 χρόνων από την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ και σε ενάμιση μήνα των 40 χρόνων από τη θριαμβευτική άνοδό του στην εξουσία, οι μετασχηματισμοί που επιφέρει η περιβαλλοντική υποβάθμιση είναι πλέον ορατό ότι μπορούν να διασπάσουν και να διαρρήξουν τον κοινωνικό ιστό, την οργάνωση των κοινωνιών όπως τις γνωρίζουμε. Παράλληλα, οι μετασχηματισμοί αυτοί μπορούν να λειτουργήσουν προωθητικά σε μια καθολική αναθεώρηση των πρακτικών που είναι επακόλουθες της κυρίαρχης μεταπολεμικής αντίληψης περί μιας αέναης ανάπτυξης των οικονομιών, που αγνοεί ή παραβλέπει το περιβαλλοντικό κόστος. Μια ανεπίγνωστη στάση συλλογικής ζωής στην οποία επικρατούν στοιχεία ανθρωποκεντρικής κοσμοαντίληψης. Οι περιβαλλοντικές καταστροφές, οι πρώτες δηλαδή συνέπειες της στάσης αυτής, θίγουν τους φτωχούς και αδύναμους. Τους ίδιους που θίγουν και οι καπιταλιστικές κρίσεις. Αλληλένδετα όλα μεταξύ τους θέτουν το ζήτημα των μεταβολών στην παραγωγική διαδικασία με όρους όχι απλά σεβασμού αλλά συνύπαρξης με τη φύση.

Πίσω από τη γενικόλογη αυτή αναφορά υπάρχουν πλήθος ερωτήματα όπως, μπορεί να υπάρξει βιώσιμη κοινωνία σε ένα μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, διατηρώντας ταυτόχρονα τα υφιστάμενα επίπεδα κατανάλωσης των (ανεπτυγμένων) κοινωνιών; Και σε συνέχεια αυτού του ερωτήματος, είναι αρκετές οι λύσεις αντιμετώπισης οι οποίες έχουν προκριθεί, δηλαδή της ανακύκλωσης, των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, ή των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, ώστε να ανακόψουν τους κινδύνους από την εξάλειψη των φυσικών πόρων; Και εν τέλει, οι ευημερούσες κοινωνίες, που έχουν και τη βασική ευθύνη για την κατασπατάλησή τους από τη βιομηχανική δραστηριότητα, είναι κοινωνίες ευτυχισμένων ανθρώπων; Το τελευταίο άλλωστε δεν είναι και ζητούμενο των Ιδεολογιών και της Πολιτικής;

Στα ερωτήματα αυτά έχουν δοθεί πολιτικές απαντήσεις με κυρίαρχες για την ώρα εκείνες που αντιλαμβάνονται με μία διαχειριστικού τύπου οπτική την διεθνή περιβαλλοντική κρίση. Είναι αυτοί που απαντούν καταφατικά στα τρία παραπάνω ερωτήματα. Η σημερινή κυβέρνηση έχει επιλέξει ανοικτά την αντίληψη αυτή, γεγονός άλλωστε που διαφάνηκε στο Νομοσχέδιο του ΥΠΕΝ (4685/2020) («ζωνοποίηση» των περιοχών Natura, ρυθμίσεις για τις οικιστικές πυκνώσεις εις βάρος της προστασίας των δασών και των ρεμάτων κ.α.). Οι πρωτοφανείς ωστόσο καταστροφές του φετινού καλοκαιριού έπληξαν το διαχειριστικό δόγμα της σχέσης του ανθρώπου με τον μη ανθρώπινο φυσικό κόσμο και απέδειξαν ότι η ευημερία μιας κοινότητας ανθρώπων δεν αποτυπώνεται αποκλειστικά σε αναπτυξιακούς δείκτες. 

Αυτή η πραγματικότητα και οι επακόλουθοι προβληματισμοί, ανασυντάσσουν την ουσία και το περιεχόμενο του πολιτικού λόγου. Η διάκριση μεταξύ της διαχειριστικής και της ριζοσπαστικής στρατηγικής για τη βιωσιμότητα των φυσικών συστημάτων και πόρων της Γης έχει στον πυρήνα της ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Στο τέλος αυτού του μήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου, οι γερμανικές εκλογές με πιθανό τον κυβερνητικό συνασπισμό Σοσιαλδημοκρατών – Πρασίνων, δείχνουν να μπορούν να μεταβάλουν το διαχειριστικό πλαίσιο αντίληψης της περιβαλλοντικής κρίσης υπέρ ριζοσπαστικότερων απόψεων, που θα θέτουν περιορισμούς στην ανάπτυξη. 

Στην ελληνική πολιτική ζωή, η πράσινη πολιτική έχει συνδεθεί με το ΠΑΣΟΚ και το Κίνημα Αλλαγής, το οποίο προσβλέπει σε ένα πρότυπο ανάπτυξης με θεμελιώδη αρχή του ένα Πράσινο Κοινωνικό Συμβόλαιο. Τα αμέσως επόμενα χρόνια, η προγραμματική αυτή πρόταση οφείλει να εξειδικευθεί, έχοντας ως βάση της, την «περιβαλλοντική αειφορία» με συγκεκριμένες προτάσεις για τις αλληλεξαρτήσεις της με τον γεωργικό τομέα, το εμπόριο τη βιομηχανία, την τεχνολογία και την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Στη Διακήρυξη του Κινήματος Αλλαγής απευθύνεται κάλεσμα στους δημοκράτες της πολιτικής οικολογίας. Η εμβάθυνση στον πράσινο πολιτικό στοχασμό είναι η οδός, ώστε να επανεκτιμήσουμε και να επαναξιολογήσουμε το σύνολο των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων και αναγκών σε σχέση με τον αντίκτυπό τους στο φυσικό περιβάλλον, προωθώντας αιτήματα, όπως π.χ. της ενεργειακής δικαιοσύνης, που έχουν ρίζες στις αρχές και τις αξίες της σοσιαλδημοκρατίας. 

Χρέος μας είναι να σταθούμε στην πρωτοπορία του αγώνα της οικολογικής σταθερότητας και να οικοδομήσουμε μία δίκαιη και βιώσιμη κοινωνία, όπου οι πολίτες της θα απολαμβάνουν μία καλύτερης ποιότητας ζωή, αντικαθιστώντας πρακτικές και συνήθειες που αντιλαμβάνονται τη φύση ως εργαλειακό μέσο και όχι ως εγγενή αξία. Αυτή είναι η κορυφαία πολιτική πρόκληση των επόμενων δεκαετιών, που μπορεί να ανανοηματοδοτήσει την 3η Σεπτεμβρίου στον 21ο αιώνα, να καταστεί συλλογικό όραμα και κίνημα. 

 

Στο Προφητικόν (Άξιον Εστί) του Οδυσσέα Ελύτη (1964) που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης, αφηγείται ο Μάνος Κατράκης: «εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις; […] – Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών». 

 

 

 

Του Νίκου Χούτα – Αναπλ. Γραμματέα Τομέα Περιβάλλοντος Κινήματος Αλλαγής

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ