ΓΝΩΜΕΣ
Μήπως τελικά ο Δούκας είχε δίκιο για το «και Δήμαρχος και Πρόεδρος»;
Γράφει ο Κωνσταντίνος Ταχτσίδης*
Γιατί όσα συμβαίνουν σήμερα στην Αυτοδιοίκηση αποδεικνύουν πως η επιλογή του να θέσει υποψηφιότητα για πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δεν ήταν φιλοδοξία, αλλά διορατικότητα.
Ο Χάρης Δούκας είναι, σήμερα, η μεγαλύτερη απειλή που αναγνωρίζει η κυβέρνηση Μητσοτάκη — και αυτό δεν οφείλεται σε δηλώσεις του, αλλά στα έργα του. Δεν απειλεί γιατί φωνάζει. Απειλεί γιατί λειτουργεί. Γιατί αποδεικνύει στην πράξη ότι υπάρχει κι άλλος τρόπος.
Κι αυτό ακριβώς είναι που τρομάζει το Μαξίμου. Γι’ αυτό και η επίσημη ομάδα διαδικτυακής προπαγάνδας της ΝΔ, η περιβόητη «Ομάδα Αλήθειας», έχει στραφεί σχεδόν αποκλειστικά εναντίον του. Εδώ και μήνες, σπανίως ασχολείται με άλλο αρχηγό ή στέλεχος της αντιπολίτευσης με την ίδια εμμονή όπως με τον Δούκα. Κάθε του πρωτοβουλία, κάθε δήλωσή του, γίνεται στόχος παραπληροφόρησης. Κι αυτό, όσο κι αν φαίνεται επιθετικό, είναι ίσως το πιο καθαρό σημάδι ότι ο Δήμαρχος Αθηναίων κάνει κάτι σωστά.
Από την πρώτη ημέρα που ανέλαβε τον Δήμο Αθηναίων, ο Χάρης Δούκας βρέθηκε αντιμέτωπος με την πιο κυνική εκδοχή του «επιτελικού κράτους». Ένα κράτος συγκεντρωτικό, αδιαφανές, εχθρικό απέναντι στην αυτονομία των θεσμών και εμμονικά προσηλωμένο στον απόλυτο έλεγχο κάθε μορφής εξουσίας που δεν περνά από το Μέγαρο Μαξίμου. Τα τελευταία έξι χρόνια, η τοπική αυτοδιοίκηση, αντί να ενισχύεται, στραγγαλίζεται — οικονομικά, θεσμικά και πολιτικά.
Το πρόσφατο επεισόδιο με το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη δεν είναι ένα απλό διοικητικό ζήτημα. Είναι το σύμπτωμα μιας επικίνδυνης θεσμικής εκτροπής μιας κυβέρνησης που δεν ανέχεται την ανεξαρτησία κανενός θεσμού, ούτε καν των δήμων. Αυτό που φάνηκε ως «αντιπαράθεση πρωτοκόλλου» ήταν, στην ουσία, η επιβεβαίωση μιας αλήθειας που ο Χάρης Δούκας είχε διαγνώσει από την πρώτη ημέρα που η νέα δημοτική αρχή ανέλαβε τα καθήκοντά της: πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη θέλει την τοπική αυτοδιοίκηση διακοσμητικό εντολοδόχο του Μαξίμου.
Σε μια εποχή όπου σε όλη την Ευρώπη η ενδυνάμωση και η μητροπολιτική διαχείριση των πόλεων αποτελεί στρατηγική επιλογή για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, των κοινωνικών ανισοτήτων και της διαφθοράς, η Ελλάδα κινείται στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Αντί για αποκέντρωση, επιβάλλει συγκεντρωτισμό. Αντί για εμπιστοσύνη στις τοπικές κοινωνίες, επιβάλλει πρόστιμα, αφαίρεση αρμοδιοτήτων και οικονομικό αφανισμό. Οι δήμαρχοι στη χώρα του «επιτελικού κράτους» είναι υποχρεωμένοι να ζητούν άδεια ακόμη και για να καθαρίσουν έναν δρόμο ή να προσλάβουν δέκα άτομα στην καθαριότητα.
Αυτός ο στραγγαλισμός της Αυτοδιοίκησης δεν είναι γραφειοκρατική λεπτομέρεια. Είναι πολιτικό σχέδιο — και ο Δούκας το ανέδειξε από την πρώτη μέρα, πριν καν αναλάβει τα καθήκοντά του, τον Ιανουάριο του 2024, όταν είχε προηγηθεί ο εκδιωγμός του Δήμου Αθηναίων από την ΑΝΑΠΛΑΣΗ Α.Ε., τον οργανισμό δηλαδή που ήταν υπεύθυνος για τα έργα που θα γίνονται… στον Δήμο Αθηναίων.
Ας κάτσουμε λοιπόν λίγο τώρα να αναστοχαστούμε την επιλογή του να θέσει υποψηφιότητα για την προεδρία του ΠΑΣΟΚ. Απ’ ό,τι φαίνεται τελικά, ούτε προσωπική φιλοδοξία ήταν, ούτε “αυτοδιοικητική προδοσία”. Ήταν ακριβώς το αντίθετο: μια πολιτική πράξη που βασίστηκε στην εμπειρία του, στο βίωμα και στην επίγνωση ότι η διάσωση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν μπορεί να επιτευχθεί αν δεν αλλάξει το μοντέλο εξουσίας συνολικά. Αν δεν μπορέσει ο δημοκρατικός και προοδευτικός κόσμος να προτείνει ένα νέο παράδειγμα διακυβέρνησης.
Όταν είπε πως «μπορώ να είμαι και δήμαρχος και πρόεδρος», δεν μιλούσε για διπλή καριέρα. Μιλούσε για ενιαία αποστολή. Για τη δυνατότητα να ενώσει την εμπειρία του Δήμου —της πιο κοντινής στον πολίτη μορφής διακυβέρνησης— με την ανάγκη ενός κόμματος που θα ξαναβάλει στο επίκεντρο την κοινωνία, όχι τους μηχανισμούς ή τον κατευνασμό της πιο νεοφιλελεύθερης δεξιάς που έχει γνωρίσει ποτέ ο τόπος.
Τότε, πολλοί δεν το είδαν με καλό μάτι — και ήταν, ως ένα σημείο, λογικό. Κάποιοι τον κατηγόρησαν ότι «καβάλησε το καλάμι». Άλλοι είπαν «ακόμα δεν έγινε δήμαρχος, ας ασχοληθεί πρώτα με την Αθήνα και βλέπουμε».
Δε θα ήταν έντιμο βέβαια σε αυτή την ανασκόπηση να παραλείψουμε και την εντελώς άστοχη στρατηγική της καμπάνιας του στις εσωκομματικές εκλογές. Από τα κενά συνθήματα μέχρι τα αμήχανα επιχειρήματα πως «αυτό είναι ένα ευρωπαϊκό κεκτημένο και υπάρχουν πολλά παραδείγματα δημάρχων που έγιναν πρόεδροι», το μήνυμα χάθηκε μέσα σε ένα επικοινωνιακό θόρυβο χωρίς σαφές αφήγημα.
Ο Δούκας δεν χρειαζόταν “παραδείγματα από το εξωτερικό” για να νομιμοποιήσει τη δική του πρόταση, γιατί θα μπορούσε από τότε να επικοινωνήσει το πιο πειστικό επιχείρημα απ’ όλα: ότι δεν έθεσε υποψηφιότητα για πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, παρόλο που είναι Δήμαρχος, αλλά ακριβώς γιατί ως Δήμαρχος βίωσε στο πετσί του —περισσότερο από κάθε άλλο προκάτοχό του— την υπονόμευση της αυτοδιοίκησης από την κεντρική εξουσία. Από ένα δήθεν «επιτελικό κράτος» που, αντί να αποκεντρώνει εξουσίες και αρμοδιότητες, τις απορροφά με τη βαρυτική έλξη μιας μαύρης τρύπας.
Είχε επίσης στη φαρέτρα του το πρόγραμμα που τον έκανε Δήμαρχο, την ακαδημαϊκή του αυθεντία και την Αθήνα που ήδη είχε αρχίσει να αλλάζει. Αντί λοιπόν να προτάξουν αυτά τα επιχειρήματα ως απόδειξη ότι η πολιτική μπορεί να λειτουργεί διαφορετικά, εγκλωβίστηκαν σε μια ακατανόητη ρητορική αυτοδικαίωσης. Ήταν μια καμπάνια που δεν έμοιαζε με τον ίδιο τον Δούκα — κι αυτό, ίσως, να ήταν το μεγαλύτερο λάθος της.
Στο σήμερα όμως, η πραγματικότητα δικαίωσε τον Χάρη Δούκα. Γιατί τώρα αποδεικνύεται πως ήξερε κάτι που οι υπόλοιποι δεν μπόρεσαν καν να διερωτηθούν: πως ο χρόνος τελειώνει. Πως η αδράνεια είναι η πιο ύπουλη μορφή συντήρησης.
Σε κάθε του βήμα αλλαγής, η κυβέρνηση αντιμετώπισε τη νέα δημοτική αρχή σαν ενοχλητικό πείραμα. Του έκοψαν χρηματοδοτήσεις, μπλόκαραν προγράμματα, του άφησαν το βάρος της καθημερινότητας χωρίς τα εργαλεία για να τη διαχειριστεί. Και όμως, μέσα από αυτό το ναρκοπέδιο, η Αθήνα άρχισε να αλλάζει: πιο καθαρή, πιο λειτουργική, πιο ανοιχτή.
Η σύγκρουση δεν ήταν προσωπική. Ήταν πολιτική. Ήταν η σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για το τι σημαίνει διακυβέρνηση: η μία που συγκεντρώνει και η άλλη που εμπιστεύεται.
Αν ο Χάρης Δούκας είχε εκλεγεί πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, ο αγώνας για την αποκέντρωση, τη θεσμική ανεξαρτησία των Δήμων και την ανανέωση της δημοκρατικής λειτουργίας θα είχε τώρα έναν πολύ πιο ισχυρό σύμμαχο απέναντι στο υδροκέφαλο κράτος της Δεξιάς. Γιατί η μάχη δεν είναι απλώς για την εξουσία. Είναι για το δικαίωμα των πόλεων να υπάρχουν και των πολιτών να βλέπουν ορατές βελτιώσεις στην καθημερινότητά τους.
Αυτό που ζούμε σήμερα είναι το αποτέλεσμα μιας εξουσίας που έχει ταυτίσει την αποτελεσματικότητα με τον έλεγχο και τη δημοκρατία με τη σιωπή. Το «επιτελικό κράτος» δεν είναι απλώς δυσκίνητο. Είναι βαθιά αυταρχικό — και όσο λιγότερη φωνή έχουν οι τοπικές κοινωνίες, τόσο περισσότερο αυξάνει ο κίνδυνος για πολιτειακές εκτροπές.
Αν κάτι πρέπει να κρατήσουμε από αυτή τη διαδρομή, είναι πως ο Χάρης Δούκας δεν έκανε λάθος που «τόλμησε νωρίς». Ίσως, το λάθος να είναι πως κάποιοι δεν τόλμησαν εγκαίρως. Και μάλλον είχε δίκιο, γιατί σε μια χώρα που το κράτος έχει γίνει πιο συγκεντρωτικό από ποτέ, το “και Δήμαρχος και Πρόεδρος” δεν ήταν υπεροψία. Ήταν ανάγκη.
*Κωνσταντίνος Ταχτσίδης
Journalist / Media Relations & Communications / Neurodiversity Advocate
ΑΘΗΝΑ 984
